ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Η Κυριακή έτσι κι έτσι

Κατερίνα Μαγγανά

Κυριακή βραδάκι και η εξάχρονη Μαργαρίτα μού λέει πολύ σοβαρά ενώ τρώει το βραδινό της: «Η Παρασκευή και το Σάββατο είναι ωραίες μέρες. Η Κυριακή είναι έτσι κι έτσι». Ρωτάω γιατί, αν και η πρώτη μου αυθόρμητη σκέψη είναι πως η Μαργαρίτα έχει δίκιο... «Γιατί μετά την Κυριακή είναι η Δευτέρα και έχουμε πάλι σχολείο και τέτοια πράγματα», μου απαντά μαζεύοντας και λιγάκι τα φρύδια της. Πριν προλάβω να ατακάρω κάτι, ως μεγάλη και πιθανόν πιο «σοφή», συνεχίζει: «Όταν όμως είναι καλοκαίρι και είμαστε διακοπές, τότε όλες οι μέρες μού αρέσουν. Και η Κυριακή».

Σκέφτομαι πως η Μαργαρίτα, που πάει Πρώτη Δημοτικού, τα είπε σχεδόν όλα με συνοπτικές διαδικασίες. Τι χρώμα θα ήταν η Κυριακή αν έπρεπε να τη χρωματίσουμε; Ένα σταθερό ή μια παλέτα σαν του ουράνιου τόξου; Είναι μία κι απαράλλαχτη ή έχουμε πολλές διαφορετικές, με άλλα χρώματα, άλλες σκιές και φωτεινές γωνιές; Όπως και να ’χει, αν δεν επρόκειτο για μια μέρα κομβική στη ροή της καθημερινότητας, δεν θα είχαν ασχοληθεί μαζί της πολιτισμοί, θρησκείες, έθιμα, γιορτές, τραγούδια. Παράξενη, οικεία και ανοίκεια μαζί, ανάλογα με τις εποχές, τις δουλειές και τις αγάπες μας. Τα καλοκαίρια και τις γιορτινές περιόδους είναι σαν όλες τις άλλες, το ζόρι και η αμφιθυμία που συνοδεύουν τα περίφημα κυριακάτικα βράδια κάνουν ανακωχή. Σαν μικρές νησίδες απελευθέρωσης, που πάνω τους ξαναβρίσκουμε τις μέρες που δεν ξεχώριζαν και πολύ η μία με την άλλη, μέρες παιδικής χαράς των πρώτων χρόνων της ζωής μας. Τότε που μετά την Κυριακή δεν είχαμε σχολείο και τέτοια πράγματα...

Οι περισσότερες όμως μέσα στον χρόνο είναι εκείνες που μας εισάγουν, σαν σε αίθουσα αναμονής, στις υποχρεώσεις και στις ανάγκες μας, που διαμεσολαβούν πολλές επιθυμίες μας, επιθυμίες με όψεις αντιφατικές. Κι ενώ στα παιδιά αρέσουν κατά κανόνα οι μέρες ελευθερίας και συνάντησης με τις επιθυμίες, σε πολλούς από εμάς τους μεγάλους (και πιθανόν πιο «σοφούς») η κυριακάτικη άπλα μπορεί να προκαλεί στενέματα, σαν να ξαναβρίσκει κανείς, στον χώρο και στον χρόνο που ελευθερώνεται από τα καθημερινά «πρέπει», τη δυσκολία να συναντηθεί με τον εαυτό του και τους άλλους. Τότε και η Κυριακή έχει «τέτοια πράγματα», δεν είναι πια ούτε εύκολη ούτε ωραία μέρα.  

Η Κυριακή έχει και μπάλα. Ντέρμπι κλασικά, κορυφής, ντέρμπι «αιωνίων», μάχης για την παραμονή στην κατηγορία. Που ζωντανεύουν τη χλωμάδα των απογευμάτων της. Μου αρέσουν τα κυριακάτικα ντέρμπι, που παρακολουθούν μικροί και μεγάλοι, τα οποία δίνουν την αίσθηση ότι ανήκουμε σε μια μεγάλη ομάδα με εξιδανικεύσεις και αποκαθηλώσεις που δεν πονάνε πολύ. Μου αρέσει να βλέπουμε παρέα το ματς, να κάνουμε πλάκα και να αγωνιούμε για το ποιος θα σηκώσει την κούπα. Το τρόπαιο στο τέλος του δρόμου. Και συχνά μου θυμίζουν τα λιγότερο προβεβλημένα, αλλά τόσο ζωηρά, εσωτερικά προσωπικά μας ντέρμπι. Αγώνες σε πραγματικά και φανταστικά γήπεδα, νίκες γοήτρου που εναλλάσσονται με καλές και κακές εμφανίσεις και εν δυνάμει πανωλεθρίες. Σκοράρουμε, ιδρώνουμε τη φανέλα ή τρώμε πάγκο, καθηλωμένοι και σιωπηλοί, βλέποντας να παίζουν μπάλα οι άλλοι. Αναμετρήσεις με τον παιδικό και τον ενήλικο εαυτό μας, που αναζωπυρώνονται συχνά τις Κυριακές, μέρα «έτσι κι έτσι». Με παιδικές αναφορές και ενήλικες υπενθυμίσεις.  

Στο μεταξύ, τα παιδιά της ζωής μας μεγαλώνουν κι αυτά με τη σειρά τους και μαθαίνουν σιγά σιγά να ζουν αλλιώς τις Κυριακές τους, όπως η Μαργαρίτα. Να τις ζυγίζουν, να οργανώνονται, να περιμένουν. Και τα ανθρώπινα ντέρμπι, με ισοπαλίες, θριάμβους και ήττες, συνεχίζονται, πιστά πάντα στα κυριακάτικα ραντεβού τους. 

* Η Κατερίνα Μαγγανά είναι ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια και συγγραφέας. Το τελευταίο της βιβλίο «Όταν η ψυχή διαταράσσει το σώμα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός. Το θεατρικό της έργο «Έφη. Από το Ευτυχία» παίζεται στο θέατρο Αλκμήνη, με πρωταγωνιστή τον Παύλο Ευαγγελόπουλο. 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ