ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Καθώς θα τελειώνει το 2018, θα αποτελεί παρελθόν και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, το γνωστό πλέον ως QE, που οδήγησε στο χαρτοφυλάκιο της Τράπεζας ομόλογα αξίας 2,6 τρισ. ευρώ. Λήγει η αντισυμβατική πολιτική αγορών κρατικών και εταιρικών ομολόγων χωρίς να έχει ενταχθεί ποτέ σε αυτήν η Ελλάδα παρά τις φρούδες ελπίδες που έτρεφε κατά καιρούς. Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνουν οι Financial Times, με την ανακοίνωση του τερματισμού του QE, από τον πρόεδρο της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, τελειώνει ένα «παγκόσμιο δεκαετές πείραμα» εξόδου από τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Μία και πλέον πενταετία νωρίτερα είχαν προηγηθεί ανάλογα προγράμματα αγοράς ομολόγων από την αμερικανική Federal Reserve και την Τράπεζα της Αγγλίας. Παραμένει ενεργό μόνο το αντίστοιχο πρόγραμμα της Τράπεζας της Ιαπωνίας.

Στην Ευρωζώνη, που φέρει τα γνώριμα αργά ανακλαστικά της Ε.Ε., το QE τέθηκε σε εφαρμογή μόλις τον Μάρτιο του 2015. Αιτία της καθυστέρησης ήταν η συντηρητική έως άκαμπτη στάση των δημοσιονομικά συνετών χωρών του ευρωπαϊκού Βορρά, της Γερμανίας κατά κύριον λόγο και δευτερευόντως των συμμάχων της, Φινλανδίας και Ολλανδίας.

Πιστώνεται σε μεγάλο βαθμό στον πρόεδρο της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα το 2011 όταν είχαν εμπλακεί στη δίνη της κρίσης χρέους η τρίτη και η τέταρτη οικονομία της Ευρωζώνης, Ιταλία και Ισπανία αντίστοιχα. Από το καλοκαίρι του 2012 είχε δηλώσει πως θα κάνει «ό,τι χρειαστεί» για να σώσει το ευρώ. Με την ιστορική αυτή φράση έπεισε τότε ότι η ΕΚΤ διέθετε το οπλοστάσιο και είχε τη θέληση να παρέμβει. Κατάφερε, έτσι, να επαναφέρει σχεδόν ως εκ θαύματος την ηρεμία στις αγορές ομολόγων. Αργότερα δήλωσε πως είχε αυτοσχεδιάσει με την ιστορική αυτή φράση αφού δεν ήταν βέβαιος για το τι επρόκειτο να κάνει.

Στο μεταξύ, χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τους λεγόμενους «ιέρακες» στους κόλπους της ΕΚΤ με προεξάρχοντα τον επικεφαλής της γερμανικής Bundesbank, Γενς Βάιντμαν. Τους έπεισε όλους πλην του Βάιντμαν, που υπήρξε δριμύς επικριτής του προγράμματος και επανειλημμένως προειδοποίησε ότι εγκυμονούσε κινδύνους.

Πήρε, όμως, το πράσινο φως από τη Γερμανίδα καγκελάριο και ντε φάκτο ηγέτιδα της Ευρωζώνης, και αυτό ήταν αρκετό. Αναλαμβάνοντας κοινή δέσμευση με τον τότε πρόεδρο της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ, «να κάνουν τα πάντα για να προστατεύσουν την ακεραιότητα της Ευρωζώνης», η Γερμανίδα καγκελάριος έδωσε έδωσε σάρκα και οστά στην υπόσχεση του Ντράγκι.

Η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης δέχθηκε τα βέλη πολιτικών κύκλων της Γερμανίας, που κατέφυγαν στη γερμανική Δικαιοσύνη και αυτή με τη σειρά της δήλωσε αναρμόδια και παρέπεμψε το θέμα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ειρωνεία της τύχης ότι η δικαίωση με την απόφαση του Δικαστηρίου δημοσιοποιήθηκε δύο ημέρες προτού ανακοινωθεί το τέλος του QE. Το επίμαχο πρόγραμμα δεν έχει επιτύχει τον διακηρυγμένο στόχο του που ήταν η επιτάχυνση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη. Ο πληθωρισμός δεν αναμένεται να φτάσει το 2% πριν από το 2021. Στη διάρκεια, όμως, των χρόνων που έχουν μεσολαβήσει από τον Μάρτιο του 2015 οι αγορές ομολόγων ενθάρρυναν τους επενδυτές να αγοράζουν επισφαλείς τίτλους, μείωσαν το κόστος δανεισμού με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο δανεισμός σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις και να στηριχθούν κυβερνήσεις με μεγάλα ελλείμματα. Στο μεταξύ, βέβαια, ο Ντράγκι στήριξε ποικιλοτρόπως την Ευρωζώνη. Προχώρησε σε δύο μειώσεις των επιτοκίων, με την πρώτη μόλις τρεις ημέρες από τη στιγμή που ανέλαβε το τιμόνι της ΕΚΤ. Οδήγησε τα επιτόκια σε αρνητικό έδαφος προκαλώντας και πάλι τις επιθέσεις οικονομικών κύκλων της Γερμανίας που υποστήριζαν πως πλήττει την κερδοφορία των τραπεζών και τα συμφέροντα των αποταμιευτών.

Δεν έπαψε, άλλωστε, να υπενθυμίζει στους Ευρωπαίους ηγέτες πως όσα κι αν κάνει η ΕΚΤ δεν θα φέρει αποτέλεσμα εάν αυτοί δεν προχωρήσουν σε περαιτέρω ενοποίηση της Ευρωζώνης, δημοσιονομική, οικονομική και πολιτική. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναγκάστηκαν να κινηθούν προς τις κατευθύνσεις που τους είχε επανειλημμένως συστήσει ο Ντράγκι: προχώρησαν στη θέσπιση κοινής εποπτικής αρχής των τραπεζών της Ευρωζώνης, θέσπισαν μηχανισμό στήριξης για τη στήριξη προβληματικών τραπεζών και ευάλωτων χωρών, και επιχειρούν να χαράξουν οδικό χάρτη για την εμβάθυνση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

Ρευστότητα στις τράπεζες, στις επόμενες κινήσεις της ΕΚΤ

Μπορεί για την Ελλάδα το τέλος του QE να ισοδυναμεί με το τέλος κάθε προσδοκίας για στήριξη από την ΕΚΤ, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για το σύνολο της Ευρωζώνης. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως η Τράπεζα θα επιστρέψει στο κύριο εργαλείο της νομισματικής πολιτικής, τις αυξομειώσεις των επιτοκίων. Στην πραγματικότητα, όμως, θα εξακολουθήσει να στηρίζει την Ευρωζώνη επί χρόνια και ενδεχομένως θα επιστρατεύσει άλλα εργαλεία από το οπλοστάσιό της. Σε γενικές γραμμές οι κινήσεις της εφεξής αναμένεται να είναι ανάλογες εκείνων της αμερικανικής ομοσπονδιακής τράπεζας, της Federal Reserve. Η Fed είχε, όμως, πολύ πιο γρήγορα ανακλαστικά και έσπευσε να υιοθετήσει πρόγραμμα αγοράς ομολόγων σχεδόν από την αρχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, λίγες εβδομάδες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. Ετσι, εδώ και δύο χρόνια αυξάνει τα επιτόκια αφού τα διατήρησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα για περίπου μία διετία μετά τη λήξη του δικού της προγράμματος.

Σε ό,τι αφορά τα επιτόκια του ευρώ, η ΕΚΤ έχει επανειλημμένως δεσμευθεί πως θα παραμείνουν στα ιστορικά χαμηλά επίπεδα του -0,4% τουλάχιστον μέχρι και το επόμενο καλοκαίρι. Δεν έχει διευκρινίσει τις προθέσεις της για το μετέπειτα. Τα στελέχη της, πάντως, έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι θεωρούν δικαιολογημένη την προσδοκία της αγοράς, που προβλέπει πως η πρώτη αύξηση των επιτοκίων θα έρθει το 2020. Και βέβαια η πρώτη αύξηση των επιτοκίων απλώς θα τα φέρει στο 0%. Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, θα παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, ίσως χρόνια, προτού επιστρέψουν τα επιτόκια του ευρώ στο λεγόμενο «ουδέτερο» επίπεδο, σε ένα επίπεδο δηλαδή που δεν θα αποτελεί ούτε περιοριστική αλλά ούτε και αναπτυξιακή νομισματική πολιτική. Η ΕΚΤ δίνει, άλλωστε, μια έμμεση παράταση στο QE. Θα επανεπενδύει τα κέρδη που θα αντλεί από όσα ομόλογα στο χαρτοφυλάκιό της λήγουν, αγοράζοντας και πάλι χρέος ώστε να διατηρεί χαμηλό το κόστος δανεισμού χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Στη διάρκεια του επόμενου έτους λήγουν ομόλογα της Ευρωζώνης αξίας περίπου 200 δισ. ευρώ. Υπολογίζεται ότι αυτού του είδους οι αγορές ομολόγων θα συνεχισθούν έως και μέσα στο 2021. Αν, όμως, η Τράπεζα εκτιμήσει πως χρειάζεται νέα στήριξη η οικονομία της Ευρωζώνης, τότε μπορεί να αφήσει ανοικτό το χρονικό όριο αυτών των αγορών και να τις παρατείνει περαιτέρω χωρίς να πληγεί η αξιοπιστία της.

Παράλληλα, η Τράπεζα δίνει συνέχεια σε ένα άλλο μέτρο που επιστράτευσε στη διάρκεια της κρίσης χρέους: τα φτηνά δάνεια που χορηγούσε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ευρωζώνης. Θα εξακολουθήσει να παρέχει στις ευρωπαϊκές τράπεζες απεριόριστη ρευστότητα τουλάχιστον όλο το επόμενο έτος με τις δημοπρασίες που διεξάγει σε εβδομαδιαία βάση αλλά και ανά τρίμηνο. Οι τράπεζες της Ευρωζώνης έχουν έτσι τη δυνατότητα να αντλούν απεριόριστη ρευστότητα με μηδενικό επιτόκιο για όσο χρόνο έχουν τα απαιτούμενα περιουσιακά στοιχεία που θα λειτουργούν ως υποθήκες. Αν κριθεί αναγκαίο, ο μηχανισμός αυτός των φτηνών δανείων μπορεί επίσης να παραταθεί και πέραν του 2019 και να στηρίζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ευρωζώνης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ