ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σκιές στο εξαγωγικό «θαύμα» της Ελλάδας

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Συχνά στα χρόνια της κρίσης οι εξαγωγές θεωρήθηκαν μία από τις λιγοστές «σανίδες σωτηρίας» για τις ελληνικές επιχειρήσεις και εν γένει την οικονομία. Υστερα από σειρά ετών, το εμπορικό έλλειμμα υποχώρησε και η εξωστρέφεια των επιχειρήσεων –καθυστερημένα μεν, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ– τέθηκε ως στρατηγικός στόχος και μέσο ταυτόχρονα για την ανάκαμψη της οικονομίας. Οι ελληνικές εξαγωγές πράγματι «εκτοξεύθηκαν» και τα ελληνικά προϊόντα κατακλύζουν τις ξένες αγορές;

Ας δούμε τι λένε οι αριθμοί. Πράγματι, οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών σημείωσαν την περίοδο 2010-2017 μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 5,3%. Πράγματι, το 2017 για πρώτη φορά στην ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών ήταν μόλις 0,8 δισ. ευρώ από 30,5 δισ. ευρώ το 2008. Ωστόσο, το εξαγωγικό μερίδιο της Ελλάδας στις εξαγωγές υπηρεσιών ως ποσοστό των συνολικών εξαγωγών υπηρεσιών των χωρών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) μειώθηκε κατά 31,8% μεταξύ 2010 και 2015 και συγκεκριμένα από 1,35% το 2010 υποχώρησε σε 0,92% το 2015. Το αντίστοιχο μερίδιο για τις εξαγωγές αγαθών μειώθηκε κατά 9,4% και διαμορφώθηκε σε 0,29% από 0,32%.

Ακόμη και αν η μείωση του μεριδίου των ελληνικών εξαγωγών θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως συνέπεια της υπερβολικά θετικής επίδοσης άλλων χωρών, αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για την Ελλάδα. Το αντίθετο. Δείχνει ότι οικονομίες ανάλογου μεγέθους και προβλημάτων, όπως για παράδειγμα της Πορτογαλίας, «έτρεξαν» περισσότερο και ενίσχυσαν την ανταγωνιστικότητά τους «αξιοποιώντας» προς όφελός τους τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής.

«Η εσωτερική υποτίμηση κατά την περίοδο της κρίσης δεν απέτρεψε τη μεγάλη πτώση του εξαγωγικού μας μεριδίου, καθώς υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, πέραν του κόστους εργασίας, που επηρεάζουν την εξαγωγική επίδοση της χώρας», επισημαίνεται στη λεπτομερή μελέτη που πραγματοποίησε η διαΝΕΟσις σε συνεργασία με ομάδα ερευνητών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών με τίτλο «Εξαγωγές και εξαγωγικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα» και τα βασικά ευρήματα της οποίας παρουσιάζει σήμερα κατά αποκλειστικότητα η «Καθημερινή».

Συγκεκριμένα, το μερίδιο της εργασίας στην προστιθέμενη αξία της μεταποίησης ήταν στην Ελλάδα το μικρότερο από όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ και ανερχόταν μόλις στο 7,4% το 2010, ενώ μειώθηκε περαιτέρω στο 5,7% το 2015. Οπως αποτυπώνεται και στον πίνακα για το κόστος εργασίας και τα εξαγωγικά μερίδια, το μοναδιαίο κόστος εργασίας (περιλαμβάνει και το μη μισθολογικό κόστος) και το μοναδιαίο μισθολογικό κόστος (μόνο οι αμοιβές των εργαζομένων δηλαδή) μειώθηκαν στην Ελλάδα πολύ περισσότερο συγκριτικά με τις άλλες τρεις χώρες. Το πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις από τη μείωση του κόστους εργασίας εξουδετερώθηκε σε μεγάλο βαθμό από παράγοντες όπως το υψηλό κόστος δανεισμού και ενέργειας.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, ο υποδηλούμενος φορολογικός συντελεστής στη χρήση της ενέργειας, ο οποίος υπολογίζεται σε ευρώ ανά ισοδύναμο τόνου πετρελαίου, αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά 132% μεταξύ 2009 και 2014 (από 153,5 ευρώ το 2009 σε 356 ευρώ το 2014), ενώ για το ίδιο διάστημα στην Ισπανία αυξήθηκε κατά 26% (από 160,7 σε 203,3 ευρώ), στην Ιταλία κατά 46% (από 275,4 σε 401,8 ευρώ), ενώ στην Πορτογαλία παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος (από 178,8 ευρώ σε 178,6 ευρώ). Για το σύνολο των χωρών της Ευρωζώνης, η αύξηση για το ίδιο διάστημα ήταν 18% (από 205,8 σε 243,4 ευρώ).

Η έρευνα διενεργήθηκε από τους καθηγητές Σαράντη Καλυβίτη, Μαργαρίτα Κατσίμη και Θωμά Μούτο. Βασίστηκε σε ανάλυση στατιστικών δεδομένων της ΕΛΣΤΑΤ και άλλων εγχώριων και διεθνών πηγών και αφορά 2.694 προϊόντα και 19.720 επιχειρήσεις, που καλύπτουν περίπου το 81% του συνόλου των εξαγωγών που έγιναν σε 190 προορισμούς.

Προϊόντα χωρίς brand name σε χώρες με χαμηλό εισόδημα

Συνέπεια και ταυτόχρονα μία από τις αιτίες της χαμηλής ανταγωνιστικότητας των ελληνικών εξαγωγών είναι το μείγμα των εξαγόμενων προϊόντων, αλλά και οι εξαγωγικοί προορισμοί. Οπως επισημαίνεται στη μελέτη, οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα πετρελαιοειδή. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια τα πετρελαιοειδή έφθασαν να αντιπροσωπεύουν το 30% των συνολικών εξαγωγών αγαθών, από 10% το 2001.

Η αύξηση των εξαγωγών αγαθών έως το 2015 σε σταθερές τιμές οφείλεται κυρίως στις εξαγωγές πετρελαιοειδών, ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες παρουσιάζουν αύξηση μετά το 2015. Το ακόλουθο στοιχείο δείχνει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο την εξάρτηση αυτή. Εάν ληφθούν υπόψη όλοι οι κλάδοι, τότε προκύπτει ότι την περίοδο 2010 - 2015 η αύξηση των ελληνικών εξαγωγών ήταν 2,5% και των παγκόσμιων εξαγωγών 9,7%. Εξαιρώντας τον κλάδο των πετρελαιοειδών, παρατηρείται μείωση των ελληνικών εξαγωγών κατά 2,6%, και αύξηση των παγκόσμιων εξαγωγών κατά 15,4%, δηλαδή η υστέρηση της εξαγωγικής επίδοσης της Ελλάδας έναντι του υπόλοιπου κόσμου διευρύνεται σημαντικά.

Εξάλλου, ποσοστό περίπου 30% των εξαγόμενων αγαθών είναι μη συσκευασμένα (χύμα), προϊόντα δηλαδή χαμηλής προστιθέμενης αξίας και χωρίς ισχυρές διαφοροποιήσεις. Οπως σημειώνουν οι μελετητές, ο δείκτης ECI (Economic Complexity Index -Δείκτης Οικονομικής Πολυπλοκότητας), που δηλώνει τον βαθμό που οι εξαγωγές μιας χώρας ενσωματώνουν προηγμένη τεχνολογία, όχι απλώς είναι πολύ χαμηλός σε σύγκριση, για παράδειγμα, με τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου (Πορτογαλία, Ισπανία και Ιταλία), αλλά υποχώρησε περαιτέρω μετά το 2010.

Αρνητικά ως προς την αξία των εξαγωγών επιδρά και το πού κατευθύνονται κυρίως οι ελληνικές εξαγωγές, όχι μόνο στα χρόνια της κρίσης, αλλά και πολύ πριν από αυτή. Από τη χαρτογράφηση των ελληνικών εξαγωγών που έχει γίνει στο πλαίσιο της μελέτης, η Ελλάδα εξάγει τα προϊόντα της σε μεγάλο βαθμό σε χώρες γειτονικές με χαμηλό εισόδημα, παρά προς τις περισσότερο εύπορες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό αφορά ολόκληρη την περίοδο 2001-2015.

Ο μεγαλύτερος εξαγωγικός προορισμός των ελληνικών προϊόντων την τριετία 2013- 2015 ήταν η Τουρκία και ακολουθούν η Ιταλία, η Γερμανία, η Βουλγαρία και η Κύπρος. Για παράδειγμα, το 2015 το 75% των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων έκανε εξαγωγές στις φτωχότερες γειτονικές χώρες (Τουρκία, Κύπρο, Βουλγαρία, Αίγυπτο και Λίβανο) – οι εξαγωγές αυτές κάλυπταν το 34% των συνολικών εξαγωγών μας. Το 30% των ελληνικών επιχειρήσεων εξάγει στην Κύπρο, παρότι σε αξία οι εξαγωγές προς την Κύπρο είναι μόνο το 5-6% του συνόλου των εξαγωγών μας. Μετά το 2009, το ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων που εξάγουν στη Βουλγαρία έχει ανέλθει πάνω από 20%. Την ίδια στιγμή, όμως, οι εξαγωγές προς τη Βουλγαρία είναι κάτω από 6% του συνόλου της αξίας των ελληνικών εξαγωγών. Το 2015, δε, το 14% των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων εξήγαγε στις ΗΠΑ, καλύπτοντας μόνο το 5% των εξαγωγών μας.

Υπόθεση λίγων και μεγάλων επιχειρήσεων η εξαγωγική δραστηριότητα

Η πολυετής κρίση αποτέλεσε καταλύτη στη λειτουργία των επιχειρήσεων και στη συνολική διάρθρωση του εξαγωγικού κλάδου. Ετσι, ενώ το 2003 ο αριθμός των επιχειρήσεων που είχε εξαγωγική δραστηριότητα ανερχόταν σε 21.788, το 2015 ο αριθμός αυτός είχε μειωθεί σε 18.240.

Αυτό που παρατηρείται επίσης είναι τάση υπερσυγκέντρωσης της εξαγωγικής δραστηριότητας σε λίγες και μεγάλες επιχειρήσεις, φαινόμενο, πάντως, που βρίσκεται σε συνάφεια με τα διεθνή δεδομένα.

Ετσι, οι εξαγωγικές επιχειρήσεις με πάνω από 250 εργαζομένους πραγματοποιούν το 70% των συνολικών εξαγωγών της χώρας, ενώ αυτές με περισσότερους από 50 εργαζομένους πραγματοποιούν πάνω από το 50% των συνολικών εξαγωγών.

Το μέγεθος της εξαγωγικής επιχείρησης είναι καθοριστικό τόσο για την αξία και την ποιότητα των εξαγόμενων προϊόντων, όσο και για τους μισθούς των εργαζομένων. Από τη σύγκριση των εξαγωγικών επιδόσεων των 100 μεγαλύτερων από άποψη αξίας εξαγωγών (εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών) επιχειρήσεων με όλες τις υπόλοιπες προκύπτει ότι η μέση αξία των εξαγωγών είναι 53 εκατ. ευρώ έναντι 0,38 εκατ. ευρώ στις μικρές, τα προϊόντα των μεγάλων εξάγονται κατά μέσον όρο σε 27 χώρες έναντι μόλις τριών στην περίπτωση των μικρότερων επιχειρήσεων, ενώ ο μέσος μισθός στις μεγάλες επιχειρήσεις είναι ετησίως 21.500 ευρώ έναντι 16.200 ευρώ στις μικρότερες. Η «ψαλίδα» μεγαλώνει περισσότερο στην περίπτωση των αμοιβών σε εργαζομένους με υψηλή ειδίκευση. Ο υπάλληλος με υψηλή ειδίκευση που εργάζεται σε μια μεγάλη εξαγωγική επιχείρηση αμείβεται κατά μέσον όρο με 30.000 ευρώ ετησίως, ενώ σε μια μικρή με 19.500 ευρώ ετησίως.

Η γενικότερη λειτουργία του κράτους και του χρηματοπιστωτικού συστήματος τα τελευταία χρόνια έβαλε εμπόδια στις εξαγωγικές επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως μεγέθους. Στο πλαίσιο δεύτερης έρευνας που πραγματοποίησε η διαΝΕΟσις σε συνεργασία με την ICAP καταγράφοντας τις απόψεις των ίδιων των εξαγωγέων, προκύπτει ότι τα 10 σημαντικότερα εμπόδια από πλευράς Πολιτείας για την ενίσχυση της εξαγωγικής δραστηριότητας είναι τα εξής: τραπεζικός δανεισμός - επιτόκια (45,1%), πολιτική κατάσταση - προοπτικές της Ελλάδας (37,9%), δυνατότητα συμμετοχής σε εκθέσεις (36,5%), διαδικασία εξαγωγών - εκτελωνισμού - γραφειοκρατία (34,5%), καθυστέρηση στην επιστροφή ΦΠΑ (30,5%), capital controls (29,1%), προκαταβολή πληρωμών για πρώτες ύλες (19%), λειτουργία των υπηρεσιών, δηλαδή περιορισμένα ωράρια, αργίες κλπ. (13,8%), απεργίες - στάσεις εργασίας Μέσων Μαζικής Μεταφοράς (10,2%), διατυπώσεις ως προς τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων (5%).

Επιπλέον, το 61,6% των εταιρειών του δείγματος δήλωσε ότι είναι καθόλου και λίγο ικανοποιημένο από την υποστήριξη των δημόσιων υπηρεσιών στην πραγματοποίηση των εξαγωγών τους.

Τα εμπόδια από την πλευρά των ίδιων των επιχειρήσεων στην ανάπτυξη της εξαγωγικής τους δραστηριότητας είναι κυρίως το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας των προϊόντων που εξάγουν, λόγω αδυναμίας δημιουργίας ισχυρού σήματος (branding) και διαφοροποίησης των ίδιων των προϊόντων, τα δίκτυα πώλησης του εξωτερικού και το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων.

Η έρευνα αυτή, η οποία περιλαμβάνει πλούσια θεματική, διεξήχθη το διάστημα Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου 2018 σε δείγμα 525 εξαγωγικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια.

Η σύγκριση

Πολύ χαμηλότερη σε σύγκριση με τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου είναι η συμβολή των βιομηχανικών προϊόντων στις ελληνικές εξαγωγές. Σύμφωνα με τη μελέτη στην Ελλάδα, τα βιομηχανικά προϊόντα αποτελούν το 48% του συνόλου της αξίας των εξαγωγών αγαθών, έναντι ποσοστού 88% στην Ιταλία, 80% στην Πορτογαλία και 79% στην Ισπανία.

Οι πατέντες

Σε περίπου 40 υπολογίζονται οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις με κατοχυρωμένες πατέντες σε διεθνές επίπεδο. Είναι μεγαλύτερες από τη μέση εξαγωγική επιχείρηση και απασχολούν πάνω από 100 εργαζομένους. Η μέση αξία εξαγωγών των επιχειρήσεων αυτών ξεπερνά τα 30 εκατ. ευρώ ετησίως, αξία πολλαπλάσια της τυπικής εξαγωγικής επιχείρησης.

Διέξοδος

Μετά το 2010 ξεκίνησε την εξαγωγική δραστηριότητα το 35,4% των εταιρειών του δείγματος στην έρευνα που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία της Icap. Στις μικρότερες, με τζίρο κάτω των 2 εκατ. ευρώ, το ποσοστό αυτό είναι μεγαλύτερο, 42,8%, επιβεβαιώνοντας ότι οι εξαγωγές αποτέλεσαν διέξοδο από το πλήγμα της εγχώριας αγοράς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ