ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η Ερμηνευτική του Gadamer

Του Γ. Βαγιανού

Μιχ. Δημητρακόπουλος Ο Η.-G. Gadamer και το ερμηνευτικό φαινόμενο Αθήναι, 2001, σελ.336.

Με το πρόσφατο τούτο δημοσίευμά του ο καθηγητής κ. Μιχ. Δημητρακόπουλος έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στη σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία. Επί σειρά ετών μαθητής και ο ίδιος του έτι ζώντος υπερεκατονταετούς διδασκάλου του στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης Η.-G. Gadamer, ήταν ο καταλληλότερος για μια σοβαρή παρουσίαση στην Ελλάδα της φιλοσοφικής Ερμηνευτικής του Γερμανού φιλοσόφου. Μιας φιλοσοφικής όμως Ερμηνευτικής που δεν κατανοείται από τον Gadamer ως έντεχνη ερμηνευτική, απλώς, θεωρία των πνευματικών επιστημών αλλά και που εγείρει την αξίωση μιας οικουμενικής θεωρήσεως του φιλοσοφείν.
Τρία είναι τα πεδία επί των οποίων αποκαλύπτεται κατά τον κ. Δημητρακόπουλο το περί αληθείας ερώτημα στο φιλοσοφικό έργο του Gadamer: Αλήθεια και Μέθοδος (1960). Το πρώτο είναι το πεδίο της τέχνης και της εμπειρίας εν γένει του έργου τέχνης (Αισθητικής), το δεύτερο, εκτενέστερο και σημαντικότερο, το πεδίο των ιστορικών ή πνευματικών επιστημών, όπου το πρόβλημα της αλήθειας κορυφώνεται ως «ερμηνευτική εμπειρία» της «ιστορικοδραστικής ή ιστορικοεπενεργητικής συνειδήσεως» και το τρίτο αφορά το πεδίο της γλώσσας και της γλωσσικότητας του ερμηνευτικού διαλόγου ως ορίζοντος και καθοδηγητικής αρχής μιας ερμηνευτικής πλέον για τον Gadamer Οντολογίας.
Η κλασική, βέβαια, τέχνη κατανοήσεως Κειμένων είναι κατά τον Gadamer η Ερμηνευτική. Ο τρόπος όμως αυτοκατανοήσεώς της από τον ίδιο επιτρέπει τη συνένταξη και κάθε άλλου αντικειμένου μέσα της, όπως είναι το αντικείμενο λ.χ. της Τέχνης. Το έργο τέχνης είναι και αυτό ένα, με άλλα λόγια, προς κατανόηση και ερμηνεία κείμενο. Η Αισθητική έτσι στον Gadamer απορροφάται και ενσωματώνεται καταληκτικά στον κορμό της φιλοσοφικής Ερμηνευτικής (η εμπειρία του έργου τέχνης ως γνώση). Η αλήθεια της τέχνης υπηρετεί την αλήθεια των πνευματικών πλέον επιστημών, αφού η εμπειρία της τέχνης εμπερικλείει ερμηνευτική κατανόηση,
Θεμελιώδεις έννοιες
Στο δεύτερο πάλι μέρος του πολύκροτου έργου του, ο Gadamer αναπτύσσει και προβάλλει τις θεμελιώδεις έννοιες της φιλοσοφικής του Ερμηνευτικής, όπως είναι η «ιστορία της ιστορικής επενέργειας ή επιδράσεως», «η ιστορικότης του Κατανοείν», κ.ά. Στις έννοιες ακριβώς αυτές συγκεντρώνει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του ο κ. Δημητρακόπουλος. Επειδή λοιπόν το «Κατανοείν» δεν είναι μια εγωλογική τόσο πράξη της φιλοσοφικής υποκειμενικότητας όσο είναι μια βαθιά ιστορική εμβύθιση στο παρατατικό μέσα γίγνεσθαι της ιστορικής Παραδόσεως, γράφει, γι' αυτό όλοι εμείς, ως εκφυόμενοι από την ιστορική αυτή Παράδοση, ανήκουμε μάλλον στην Ιστορία και δεν μας ανήκει ή δεν είμαστε, κατά τον Gadamer, κάτοχοι της Ιστορίας (όπως δεν είμαστε και της γλώσσας). Σε κάθε έτσι πράξη του Κατανοείν η δραστική δύναμη παρουσίας της ιστορικής Παραδόσεως είναι, συνειδητά ή ασυνείδητα, ζωντανή. Τούτο αποτελεί καθοριστικόν παράγοντα για τη συντελεστική πράξη του Κατανοείν.
Πραγματική, εν τούτοις, Κατανόηση ενός Κειμένου επέρχεται, μόνον όταν το Κείμενο αυτό (νόμος, θεολογικό μήνυμα κ.λπ.) κατανοείται κάθε φορά εκ νέου και από την αρχή στην εκάστοτε συγκεκριμένη μέσα κατάσταση. Κατανοείν σημαίνει εξειδικευμένην in concreto εφαρμογήν ή εφαρμόζειν («Ερμηνευτική της εφαρμογής»). Η παραδειγματική λειτουργία της νομικής και δικαστικής Ερμηνευτικής αλλά και η ερμηνευτική επικαιροποίηση των αριστοτελικών εννοιών της «επιεικείας» και «φρονήσεως» (Ηθικά Νικομάχεια) δεν προβάλλονται τυχαία από τον Gadamer. Αλλά και τούτη, τέλος, η «Ερμηνευτική της εφαρμογής» υπακούει στην πλατωνική διαλεκτική του ερωτάν και αποκρίνεσθαι, στην πλατωνική δηλ. διαλεκτική των σωκρατικών ερωταποκρίσεων («ερμηνευτικός διάλογος» προς την Παράδοση), ως υπόβαθρο της οποίας υπόκειται και λειτουργεί, φυσικά, η γλωσσικότης. Η υπόσταση του κόσμου έχει γλωσσικήν υφήν, μας υπενθυμίζει δια του Gadamer ο κ. Δημητρακόπουλος, δεδομένου ότι όλες οι μορφές ανθρωπίνων κοινοτήτων ζωής είναι, κατά βάθος, μορφές γλωσσικής κοινότητας.
Ο Διαφωτισμός
Αλλά καθώς βασικές, εν τω μεταξύ, έννοιες της φιλοσοφικής Ερμηνευτικής του Gadamer (όπως η Παράδοση, οι προκαταλήψεις ή η αρχή της αυθεντίας) αποτελούν, ως γνωστόν, έννοιες-κλειδιά και του φιλοσοφικού κινήματος του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, ο Gadamer δεν μπορούσε παρά να συγκρουσθεί προς τις αρχές του Διαφωτισμού αυτoύ. Τη διάσταση αυτή του θέματος την παρακολουθεί εντελώς ξεχωριστά στις μακρές αναλύσεις του ο κ. Δημητρακόπουλος Με αφετηρία, εξάλλου, τον Καντ, τον Rousseau, τον Αριστοτέλη, τον Μαρξ, τον Νίτσε και τον Habermas, προβαίνει σε κριτικό μεν έλεγχο ενίων θέσεων του Gadamer χωρίς εν τούτοις να παραλείπει ν' απονέμει δικαιοσύνην και στο αξιοθαύμαστο φιλοσοφικό έργο του διδασκάλου του.
Συμπερασματικά, το έργο τούτο, αποτελεί ένα γλωσσικό και φιλοσοφικό άθλο, αφού, πλην των άλλων, είχε ν' αντιμετωπίσει το περίπλοκο πρόβλημα αποδόσεως στα ελληνικά τόσο βαρυσημάντων και κατάφορτων φιλοσοφικού νοήματος γερμανικών όρων. Ο κ. Δημητρακόπουλος όχι μόνον τα κατάφερε αλλά και με πραγματικήν φιλοσοφικήν εμβρίθεια, ακαδημαϊκήν σοβαρότητα και γλαφυρότητα έφερε εις πέρας το έργο του. Ετσι μας χάρισε ένα ακόμη έργο του που αποκαθιστά, όπως θέλει ο Gadamer, την ενότητα των παραδοσιακών ερμηνευτικών κλάδων των επιστημών του πνεύματος και, μ' αυτό, καθιστά επιτακτική τη μελέτη του από φιλολόγους, φιλοσόφους, ιστορικούς, νομικούς, θεολόγους, κριτικούς της τέχνης κ.ά.

* Ο κ. Γ. Βαγιανός είναι καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη