ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ηρθαν μόλις έπεσε το σκοτάδι. Τη νύχτα της Μεγάλης Δευτέρας, 27 Μαρτίου 1917, εξήντα ένοπλοι, κάποιοι με καλυμμένα πρόσωπα, εισέβαλαν στη Μονή Εικοσιφοινίσσης στη βόρεια πλευρά του όρους Παγγαίου. Κλείδωσαν τους μοναχούς, τους υπηρέτες και τους βοσκούς στους φούρνους της μονής. Ξεχώρισαν μόνο τους δύο γηραιότερους, τους χτύπησαν μέχρι να αποκαλύψουν πού φυλούσαν τα πολύτιμα κειμήλια και αποχώρησαν με λεία εκατοντάδες θρησκευτικά χειρόγραφα. Εναν αιώνα αργότερα, το ίδιο μοναστήρι στρέφεται δικαστικά κατά του Πανεπιστημίου Πρίνστον, υποστηρίζοντας ότι μέρος εκείνων των κλοπιμαίων βρίσκεται στις προθήκες της βιβλιοθήκης του αμερικανικού ιδρύματος.

Στις 13 Δεκεμβρίου 2018, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, η Μονή Εικοσιφοινίσσης και η Μητρόπολη Δράμας, εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους Νέας Υόρκης Γιώργο Τσουγκαράκη και Ερικ Μπλούμενφελντ, κατέθεσαν αγωγή στις ΗΠΑ κατά του Πανεπιστημίου Πρίνστον διεκδικώντας τον επαναπατρισμό τεσσάρων θρησκευτικών χειρογράφων.

Μαρτυρίες και ντοκουμέντα

Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Βούλγαροι εισβολείς υφάρπαξαν τα σπάνια αντικείμενα από το μοναστήρι που βρίσκεται κοντά στο χωριό Κορμίτσα του νομού Σερρών. Οι εναγόμενοι αρνούνται τις κατηγορίες. Μέσα από μαρτυρίες, αλλά και ντοκουμέντα της εποχής που περιλαμβάνονται ως πειστήρια στην αγωγή, η «Κ» παρουσιάζει το περιπετειώδες ταξίδι των χειρογράφων από το όρος Παγγαίο στα ράφια οίκων δημοπρασιών της Ευρώπης και τις ιδιωτικές συλλογές συλλεκτών.

«Εχω το καθήκον να σας ενημερώσω». Με αυτή τη φράση ξεκινούσε στις 31 Μαρτίου 1917 την επιστολή του προς την ελληνική αντιπροσωπεία στη Σόφια ο νομάρχης Δράμας Νικόλαος Μπακόπουλος. Τέσσερις ημέρες νωρίτερα, Βούλγαροι κουκουλοφόροι είχαν λεηλατήσει τη Μονή Εικοσιφοινίσσης. Ο νομάρχης περιέγραφε λεπτομερώς τα γεγονότα εκείνης της βραδιάς. Πέρα από τα θρησκευτικά κειμήλια, οι δράστες είχαν αφαιρέσει σκεύη και είχαν παραβιάσει το χρηματοκιβώτιο της μονής αρπάζοντας 3.000 δραχμές και χρυσά φλουριά. Αφού ολοκλήρωσαν το έργο τους, φόρτωσαν τα κλοπιμαία σε 24 μουλάρια και εξαφανίστηκαν.

«Ζητώ να προβείτε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς τη βουλγαρική κυβέρνηση για την αναζήτηση και την επιστροφή των πολύτιμων αντικειμένων, γιατί πρόκειται για εθνικούς θησαυρούς που ακόμη και οι Τούρκοι εισβολείς είχαν σεβαστεί εδώ και αιώνες», έγραφε ο Μπακόπουλος.

Ο Γιώργος Παπάζογλου, καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, εξηγεί στην «Κ» ότι βασικό ρόλο στην αρπαγή των χειρογράφων είχε ο Βλάντιμιρ Σις. Τσέχος στην καταγωγή, ο οποίος είχε εμφανιστεί στους μοναχούς της Εικοσιφοινίσσης τρεις μήνες πριν από την επιδρομή παριστάνοντας τον επιστήμονα και ζητώντας να δει τα σπάνια αντικείμενα που είχαν στην κατοχή τους. Οι κλοπές που ακολούθησαν και η μεταφορά των εκατοντάδων χειρογράφων –αρχικά– στη Βουλγαρία έγιναν, όπως επισημαίνει ο κ. Παπάζογλου, στο πλαίσιο απόπειρας αφελληνισμού της περιοχής.

Το 1919, ο Σις φέρεται να πουλάει μέρος των κλοπιμαίων στη Φρανκφούρτη, ενώ αντιστοίχως η γυναίκα του πράττει το ίδιο με άλλα αντικείμενα στην Πράγα. Τα χειρόγραφα καταλήγουν σε εμπόρους έργων τέχνης και οίκους δημοπρασιών στην Κεντρική Ευρώπη. Σύμφωνα με την αγωγή που κατατέθηκε πρόσφατα κατά του Πρίνστον, το αμερικανικό πανεπιστήμιο αγόρασε ένα από τα χειρόγραφα το 1921 (τέσσερα χρόνια μετά την επιδρομή στη μονή) από τον γερμανικό οίκο δημοπρασιών Joseph Baer & Co. Τρία χρόνια αργότερα, όπως αναφέρεται στην αγωγή, ο Ρόμπερτ Γκάρετ, απόφοιτος του Πρίνστον και συλλέκτης ελληνικών χειρογράφων, αγόρασε άλλα τρία από τα διεκδικούμενα αντικείμενα από τον ίδιο οίκο. Το 1942 τα δώρισε στο αμερικάνικο πανεπιστήμιο.


Ενα από τα σπάνια χειρόγραφα που βρίσκονται εδώ και δεκαετίες στην κατοχή του αμερικανικού Πανεπιστημίου Πρίνστον και διεκδικούνται μέσω της αγωγής που κατατέθηκε στις ΗΠΑ από τους δικηγόρους Νέας Υόρκης Γιώργο Τσουγκαράκη και Ερικ Μπλούμενφελντ.

Τα επίμαχα χειρόγραφα

Οι ενάγοντες επικαλούνται και την καταγραφή του παλαιογράφου Αθανασίου Παπαδόπουλου - Κεραμέως, ο οποίος στον κατάλογο που δημοσίευσε το 1887 περιλαμβάνει δύο από τα επίμαχα χειρόγραφα ως μέρος της Μονής Εικοσιφοινίσσης. Ακόμη παραθέτουν αποσπάσματα του προλόγου στον σχετικό κατάλογο του Πρίνστον, όπου αναφέρεται ότι το 1917 βουλγαρικές δυνάμεις αφαίρεσαν χειρόγραφα από τη βιβλιοθήκη της μονής και τα μετέφεραν στη Σόφια.

Στις 4 Δεκεμβρίου 2015, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος με επιστολή του προς το Πρίνστον ζήτησε τον επαναπατρισμό των τεσσάρων χειρογράφων. Στο γράμμα του ανέφερε ότι η Μονή Εικοσιφοινίσσης ιδρύθηκε τον 5ο αιώνα μ.Χ. και μέχρι τον 18ο αιώνα κατείχε 430 πολύτιμα θρησκευτικά χειρόγραφα. Εξηγούσε ακόμη ότι, βάσει της Συνθήκης του Νεϊγί, η Βουλγαρία όφειλε μεταξύ άλλων να παραδώσει όλους τους θησαυρούς που είχε υφαρπάξει από άλλα κράτη. Σε αυτό το πλαίσιο, η Βουλγαρία παρέδωσε 259 χειρόγραφα στην Ελλάδα – αριθμός πολύ μικρός σε σχέση με τον συνολικό αριθμό των κλοπιμαίων.

Στο γράμμα του προς το αμερικανικό πανεπιστήμιο ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφερόταν και στις διαχρονικές ενέργειες διεκδίκησης των χειρογράφων. Ενδεικτικά, έγραψε για την ακύρωση δημοπράτησης χειρογράφου στον διεθνή οίκο Sotheby’s στις 24 Ιουνίου 1987. Αναφέρθηκε και στο παράδειγμα επιστροφής χειρογράφου από το Πανεπιστήμιο Duke το 2015, όταν ανακαλύφθηκε ότι είχε κλαπεί από μονή του Αγίου Ορους. Το Πρίνστον δεν επέστρεψε τα τέσσερα αντικείμενα και η ελληνική πλευρά αποφάσισε να ακολουθήσει τη νομική οδό.

Ο επαναπατρισμός του «Κώδικα 1424»

Η «Κ» απευθύνθηκε στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον για το ζήτημα της διεκδίκησης των τεσσάρων χειρογράφων. Σε απάντησή του μέσω email, ο εκπρόσωπος του αμερικανικού εκπαιδευτικού ιδρύματος Μάικλ Χότσκις ανέφερε ότι: «Στο πλαίσιο της διδακτικής και ερευνητικής μας αποστολής, επιδιώκουμε να παρέχουμε στην παγκόσμια ακαδημαϊκή κοινότητα συνεχή πρόσβαση σε έργα επιστημονικής σημασίας από όλο τον κόσμο για την προώθηση της μάθησης, της γνώσης και της κατανόησης. Το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον δεσμεύεται να διασφαλίζει ότι όλα τα χειρόγραφα και άλλα έργα που κατέχουμε έχουν αποκτηθεί με τον σωστό τρόπο. Από τότε που το θέμα τέθηκε σε γνώση μας, στα τέλη του 2015, εξετάσαμε προσεκτικά όλες τις παρεχόμενες πληροφορίες και διεξαγάγαμε επίσης τη δική μας έρευνα σχετικά με την προέλευση των χειρογράφων. Βάσει των πληροφοριών που έχουμε στη διάθεσή μας, δεν βρήκαμε κανένα στοιχείο που να μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα χειρόγραφα που έχουμε στην κατοχή μας εκλάπησαν κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ή ότι αφαιρέθηκαν με άλλο ακατάλληλο τρόπο από την κατοχή του Πατριαρχείου. Θα συνεχίσουμε να εξετάζουμε έγκαιρα και ουσιαστικά κάθε επιπλέον έρευνα και τεκμηρίωση που θα μας παραχθεί και έχουμε ενθαρρύνει όσους πιστεύουν ότι έχουν νέες πληροφορίες να επικοινωνήσουν μαζί μας».

Το 2016 είχε επαναπατριστεί στην Ελλάδα χειρόγραφο κείμενο της Καινής Διαθήκης, χρονολογούμενο στον 9ο αιώνα μ.Χ., το οποίο είχε κλαπεί από τη Μονή Εικοσιφοινίσσης. Πέρασε στα χέρια Ευρωπαίου εμπόρου βιβλίων και το 1920 αγοράστηκε από τον μετέπειτα πρόεδρο του Λουθηρανικού Θεολογικού Εκπαιδευτηρίου στο Σικάγο. Μετά τον θάνατό του η συλλογή του με σπάνια βιβλία, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο κειμήλιο (γνωστό ως «Κώδικας 1424»), πέρασαν στην κατοχή της Λουθηρανικής Σχολής. Και με εκείνη τη διεκδίκηση είχε ασχοληθεί ο ομογενής δικηγόρος Γιώργος Τσουγκαράκης. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρακολουθεί στενά αυτές τις υποθέσεις, καθώς οι μονές που είχαν λεηλατηθεί στην Ελλάδα ανήκουν στην πνευματική δικαιοδοσία του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ