Ο Θανάσης Καστανιώτης έχει στο γραφείο του μια φωτογραφία. Μπορεί κανείς να διακρίνει τον ίδιο, είκοσι χρόνια νωρίτερα, και την πλάτη ενός άλλου ανθρώπου, ο οποίος είναι ο Ζοζέ Σαραμάγκου. Η φωτογραφία, τραβηγμένη στον χώρο της έκθεσης του βιβλίου στη Φρανκφούρτη, έχει ιστορική αξία: ο Πορτογάλος συγγραφέας έχει μόλις πληροφορηθεί ότι έχει κερδίσει το βραβείο Νόμπελ και ο Έλληνας εκδότης του ήταν ένας από τους πρώτους που βρέθηκαν κοντά του για να τον συγχαρούν. Είναι μία από τις αμέτρητες ιστορίες που έχει ζήσει ο κύριος Καστανιώτης παρέα με τους ανθρώπους της λογοτεχνίας σε αυτόν τον μισό αιώνα λειτουργίας του οίκου του και, εξ αφορμής της επετείου των 50 ετών, μοιράστηκε κάποιες από αυτές με το «Κ».

Όλα ξεκίνησαν το 1968. «Ήταν μια προσπάθεια μεσούσης της χούντας να κάνουμε κάτι δημιουργικό, κάτι χρήσιμο», θυμάται. «Εξαιτίας του πολιτικού σκηνικού, δημιουργούνταν τότε μικρές εστίες ανθρώπων που έκαναν τα πάντα μαζί, κι εγώ είχα την τύχη να έχω γύρω μου ανθρώπους με τους οποίους διαβάζαμε τα ίδια περίπου πράγματα. Ξεκίνησα μαζί με τον Ανδρέα Αγγελάκη, φιλόλογο, δάσκαλο και ποιητή, φτιάχνοντας μια ανθολογία με τα ποιήματα που μετέφραζε ο ίδιος για να μας τα διαβάζει. Μετά βγάλαμε τον Λόρκα και τα βιβλία του Κρισναμούρτι, που τότε διάβαζα εγώ, και παράλληλα, με μια παρέα φίλων, τον Θανάση Ρεντζή, τον Φώτη Καραμήτσο, τον Θόδωρο Παραδέλη, δημιουργήσαμε μια σειρά εκδόσεων με θέμα τα μαθηματικά και τη σύγχρονη τεχνολογία, με βιβλία όπως το “Ηλεκτρονικός υπολογιστής και ανθρώπινος εγκέφαλος” του Τζον φον Νόιμαν. Προσπαθούσαμε να πούμε κάποια πράγματα πολύ καινούργια, να μάθουμε στους  Έλληνες τι είναι ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής. Φοβερό δεν είναι;» 

Είναι φοβερό. Το πώς μέσα από την ιστορία ενός οίκου μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της κοινωνίας. Αλλά και το πώς ένας εκδότης μπορεί να διατηρεί επί μισό αιώνα τον ίδιο ενθουσιασμό για τη δουλειά του. Τον ρωτάω αν υπήρξε ποτέ όλα αυτά τα χρόνια κάποια στιγμή που σκέφτηκε να τα παρατήσει. Είναι κατηγορηματικός: «Πάντα αυτό ήθελα να κάνω, να ζω μέσα από τα βιβλία». 

 

 

«Θέλουμε πολλά βιβλία»

«Μετά τα χρόνια της στέρησης την περίοδο της δικτατορίας, ο κόσμος άρχισε να ζητάει υπερβολικά πολλά βιβλία», θυμάται ο κύριος Καστανιώτης, που θεωρεί ότι εκείνη η περίοδος ήταν ένας σημαντικός σταθμός για το ελληνικό βιβλίο. «Οι αυτοεξόριστοι διανοούμενοι και οι φοιτητές επέστρεψαν γεμάτοι ιδέες, άνοιξαν πολλά μικρά και μεγάλα βιβλιοπωλεία από την Πατησίων μέχρι το Παγκράτι, τα καινούργια σπίτια που χτίζονταν τότε προέβλεπαν πλέον χώρο για βιβλιοθήκη και μέσα σε αυτό το εύφορο κλίμα της μεταπολιτευτικής περιόδου αναπτύχθηκαν και πολλοί εκδότες, μεταξύ αυτών και εγώ». Ένας επόμενος σταθμός ήταν, κατά τη γνώμη του, τα χρόνια μετά το ’81: «Με το γενικό σύνθημα “εξουσία στον λαό” , διάφοροι σύλλογοι άρχισαν να διοργανώνουν εκατοντάδες εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα, έγιναν εκθέσεις στην επαρχία, δημιουργήθηκαν παντού καινούργια βιβλιοπωλεία και χαρτοβιβλιοπωλεία και το βιβλίο γνώρισε μια δεύτερη περίοδο άνθησης».  

Σήμερα κυκλοφορούν κάθε χρόνο χιλιάδες τίτλοι, γεγονός που έρχεται σε σύγκρουση με την κλασική γενίκευση ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν. «Μια κοινωνία, αν δεν διαβάζει, πεθαίνει», πιστεύει ο κύριος Καστανιώτης. «Αλίμονό μας αν δεν διαβάζουμε. Απλώς είναι γεγονός ότι η οικονομική κρίση έχει μειώσει τον αριθμό των βιβλίων που αγοράζει ο καθένας». Θεωρεί όμως ότι καλώς συνεχίζουν να εκδίδονται τόσο πολλά. «Τα βιβλία δεν είναι ποτέ αρκετά, γιατί πρέπει να εμπλουτίζεται η εθνική βιβλιογραφία. Όσα και να κυκλοφορήσουν, είναι λίγα. Και γενικώς βγαίνουν πολύ καλά βιβλία, από όλους τους εκδότες εννοώ, μπαίνεις σε ένα βιβλιοπωλείο και βλέπεις διαμάντια. Πλην εξαιρέσεων, κάποιων τηλεοπτικών ρομάντζων ας πούμε, αλλά αφού υπάρχει κόσμος που τα αναζητά, θα πει ότι και αυτά καλύπτουν κάποια ανάγκη». 

Έχει μετανιώσει ο ίδιος για κάποιο βιβλίο του μεγάλου καταλόγου του οίκου του; «Ναι, έχω μετανιώσει για κάποια, είναι όμως ελάχιστα. Σε σχεδόν 7.000 βιβλία δεν μπορεί να μη γίνει ούτε ένα λάθος. Και υπάρχουν πολλά που έχω μετανιώσει που δεν έβγαλα. Ζηλεύω πολλά βιβλία. Τις προάλλες, μου έφεραν ένα μυθιστόρημα από το εξωτερικό, που σκέφτηκα ότι πρέπει να το εκδώσουμε, αλλά τελικά είχε προλάβει τα δικαιώματά του κάποιος άλλος. Ατυχία, σκέφτηκα. Έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορούσα να εκδώσω όλα τα βιβλία που θα ήθελα». Χειρόγραφα φτάνουν στο γραφείο του καθημερινά. Από αυτά υπάρχουν ορισμένα που θα ήθελε πολύ να εκδώσει, τα οποία όμως για λειτουργικούς λόγους αναγκάζεται να απορρίψει. Είναι η στιγμή που περιγράφει ως την πιο δύσκολη στη δουλειά του. 

Ένας μεγάλος κατάλογος 

Ένας συγγραφέας από το εξωτερικό θα πρέπει να συγκεντρώνει συγκεκριμένες αρετές για να προστεθεί στον κατάλογο των εκδόσεων Καστανιώτη: «Να γράφει καλή λογοτεχνία, να είναι αποδεκτός στη χώρα του και μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του να γνωρίζουμε τον πολιτισμό της. Και νομίζω ότι αυτό το έχουμε πετύχει, μεταφράζοντας βιβλία από όλο τον κόσμο, από τον Καναδά μέχρι το Κονγκό και την Ισλανδία». Και του αρέσει να επενδύει σε νέους συγγραφείς, κάτι που καμιά φορά αποδεικνύεται σοφή επιλογή. «Ο Σολ Μπέλοου που εκδώσαμε τότε μετά πήρε Νόμπελ, ο Καμίλο Χοσέ Θέλα το ίδιο. Και έτσι συνεχίζουμε. Η ιστορία δεν προχωράει μόνο με τους καθιερωμένους, πρέπει να αναδεικνύουμε και νέες δυνάμεις». 

Εν τω μεταξύ, από την αρχή της πορείας του έδειξε εμπιστοσύνη στους Έλληνες λογοτέχνες (κάποια από τα πρώτα του βιβλία τη δεκαετία του ’70 ήταν αυτά της Έλλης Αλεξίου και του Δημήτρη Χατζή) και είδε τη δουλειά τους να αλλάζει, το γράψιμό τους να βελτιώνεται. «Με τα χρόνια μεταφράστηκαν πολλοί σπουδαίοι ξένοι συγγραφείς και οι  Έλληνες τους διάβασαν και κατάλαβαν ότι πρέπει να δουλέψουν περισσότερο. Και δούλεψαν. Και σήμερα βλέπω νέους ανθρώπους με καινούργιο υλικό, στους οποίους πιστεύω πολύ». Θεωρεί ότι ο χώρος του βιβλίου και οι άνθρωποί του είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει στη νεοελληνική κοινωνία, γι’ αυτό και του αρέσει να δένεται με τους συγγραφείς του, καθώς, όπως λέει, «είναι μεγάλη χαρά να αγαπάς και να σε αγαπάνε».

Τον ρωτάω αν έχει υποκύψει ποτέ στον πειρασμό της εμπορικότητας, να εκδώσει κάτι επειδή ήξερε ότι θα πουλήσει. «Ένας εκδότης υπόσχεται στον συγγραφέα ότι το βιβλίο του θα το κάνει μπεστ σέλερ. Μπορεί να μην του το λέει, αλλά είναι κάτι που και ο εκδότης θα ήθελε και ο συγγραφέας. Και να πάρει και το Νόμπελ. Οι πωλήσεις είναι πάντα ζητούμενο. Και ένας οίκος όπου εργάζονται 30 και 40 άτομα πρέπει να έχει εμπορική επιτυχία για να αντεπεξέλθει στα έξοδα. Αλλά έκπτωση στην ποιότητα δεν έχουμε κάνει ποτέ».

Η επόμενη μέρα 

Τα γενέθλια των εκδόσεων Καστανιώτη συνέπεσαν φέτος με τη θέση της Αθήνας ως παγκόσμιας πρωτεύουσας του βιβλίου. Έγιναν εκατοντάδες εκδηλώσεις, ομιλίες, λογοτεχνικοί περίπατοι κ.ά. «Πολύ ενδιαφέροντα ήταν όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι ο δήμος θα έπρεπε να κάνει κάτι πιο μεγάλο, να σημαιοστολίσει όλη την Αθήνα με βιβλία, με εξώφυλλα, να το συνειδητοποιήσει ο κόσμος, να γιορταστεί αυτή η συγκυρία με ενθουσιασμό». Όσο για τα γενέθλια του οίκου, αυτά γιορτάστηκαν με την έκδοση μιας συλλεκτικής, επετειακής σειράς 50 βιβλίων, τα εξώφυλλα των οποίων κοσμεί το έργο Ελλήνων εικαστικών και φωτογράφων. 

Και η επόμενη μέρα; «Σε όλα πρέπει να υπάρχει και συνέχεια», λέει. «Πλέον έχει αναλάβει ο γιος μου ο Αργύρης κι εγώ παρακολουθώ από κοντά». Όσο για την επόμενη μέρα του βιβλίου γενικότερα, ο κύριος Καστανιώτης δεν είναι απαισιόδοξος, παρά το ότι αναγνωρίζει ότι η κουλτούρα της τεχνολογίας μπορεί να αποτελεί απειλή για τη λογοτεχνία. Όσο όμως μπορεί και να τη βοηθάει. Οι εκδόσεις Καστανιώτη ουσιαστικά καθιέρωσαν το ηλεκτρονικό βιβλίο στην Ελλάδα και ο ίδιος συνεχίζει να στηρίζει αυτή την επιλογή, παρά την ελάχιστη ανταπόκριση του κοινού. «Μόνο αναγνώστες που ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές προτιμούν το ηλεκτρονικό βιβλίο. Αλλά θεωρώ υποχρέωσή μας να προσφέρουμε το περιεχόμενο σε όλες τις μορφές που μπορεί ο αναγνώστης να το απολαύσει. Αγαπάμε το έντυπο γιατί μεγαλώσαμε με αυτό. Το βιβλίο είναι φετίχ. Και όποιος έχει νιώσει τη χαρά της ανάγνωσης με ένα βιβλίο δύσκολα θα προχωρήσει στο ηλεκτρονικό. Για τη νέα γενιά που έχει άλλη εξοικείωση με τα νέα μέσα θα είναι πιο εύκολο. Αρκεί να θέλει να διαβάσει».     ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ