ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

…Κι ύστερα είπαμε πως κάτω από τα πεζοδρόμια θα είναι η παραλία. Μα, ναι, βέβαια, αυτή θα ’ναι η λύση μας, γρήγορα και βιαστείτε, να μας πνίξουν τα νερά, να μας σώσει μια παλίρροια –στον αφρό η σωτηρία– κι έπειτα κολύμπι όλοι ξέρουμε ή από κάπου, τέλος πάντων, θα κρατηθούμε, Ιούλιος και στο τέλος θα στραγγίξουμε, καλοκαίρι κι επιτέλους να δροσιστούμε: τα ψάρια δεν μας τρόμαζαν, κι όσο για τα αλλοτινά ναυάγια, ξεχάσαμε τα φαντάσματα και κάποιοι με κρυφή ελπίδα εποφθαλμιούσαν τους θαμμένους θησαυρούς τους. Και σκάβαμε, ξηλώναμε τα τσιμέντα και τις πλάκες, άλλοι με τα χέρια τους κι άλλοι με ό,τι σύνεργα είχαν εκείνη την ώρα διαθέσιμα, βαριοπούλες και γαλλικά κλειδιά, ένα σφυρί, ακόμη και τανάλια βρήκε κάποιος, τα πρόσωπά μας άναψαν, κάποιοι λιποθύμησαν εξαντλημένοι, μα η φωτιά όλο πλησίαζε, γύρω ο κόσμος καιγόταν, κι όσοι κρατούσαν όρθιοι είπαν με υπομονή και αυταπάρνηση «αντέξτε», πως άλλο λίγο και θα ανοίξει στα δύο η πόλη μας, πως η θάλασσα πλησιάζει, πως λίγο πιο βαθιά λιμνάζουν τα μπαζωμένα ρέματα, κι όσοι από εργαλεία δεν ξέρετε χοροπηδήστε, λοιπόν, όλοι! Ετριζε η γη, μα, έτσι απορροφημένοι, δεν την ακούσαμε· πάφλαζαν τα κύματα, μα ο ήχος τους δεν έφτανε ως τα αυτιά μας· από την άμμο, μόνο, είδαμε που σκονίστηκαν τα γυμνά μας πέλματα και μες στη σκόνη ξάφνου χάσαμε και τον διπλανό μας. Κι έπειτα, σε μια στιγμή μέσα μονάχα, τυλιχτήκαμε στο μυστήριο: δροσιά και ησυχία. Επέπλεαν από πάνω μας στάχτες, λιωμένα πλαστικά και οι χειμωνιάτικες μπότες μας, κι εμείς ολοένα βυθιζόμασταν, στα έκθαμβά μας μάτια διάβαζες «τι κάναμε;», άλλοι με το χαμόγελο στα χείλη γιόρταζαν που «τους σώσαμε» κι άλλοι, πιο πρακτικοί εκείνοι, με βλέμμα σκεπτικό, θα υπολόγιζαν πως να, όμως, που «τον χειμώνα θα πρέπει ν’ αγοράσουμε καινούργια παπούτσια».


Η κ. Βασιλική Πέτσα.

* Τελευταίο μυθιστόρημα της κ. Βασιλικής Πέτσα: «Το δέντρο της υπακοής» (εκδ. Πόλις).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ