ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κοιτάζω την εικόνα με τα καμένα στην οθόνη του υπολογιστή μου, ενώ η είδηση της ημέρας είναι η έκρηξη βόμβας πολύ μεγάλης ισχύος στον μεγαλύτερο ραδιοτηλεοπτικό σταθμό της χώρας, όπου στεγάζεται και μια ιστορική και μεγάλη εφημερίδα – η εφημερίδα που φιλοξενεί τούτες τις λέξεις. Δημοσιογράφοι κι εργαζόμενοι δημοσιεύουν από το πρωί στα κοινωνικά δίκτυα εικόνες από τα κατεστραμμένα γραφεία τους – τα χαιρέκακα σχόλια ή εικονίδια «από κάτω» δεν λείπουν. Η χαιρεκακία, χέρι χέρι με τη μνησικακία, τη μισαλλοδοξία, το κοινωνικό μίσος, είναι εδώ και χρόνια το καθημερινό μας δηλητήριο. Οπως και το καλοκαίρι, όταν μετά την ανείπωτη τραγωδία στο Μάτι τύχαινε να πάρει το μάτι ή το αυτί μου κακεντρεχή σχόλια, ιθυνόντων ή απλών πολιτών που κατηγορούσαν ή χλεύαζαν τους νεκρούς, έτσι και τώρα, αντιμέτωπος με το φαρμάκι της ανθρώπινης μικρότητας, κάνω πάντα την ίδια παρήγορη σκέψη: Αυτοί που βιάζονται να «εκφραστούν» όταν μας βρίσκει το κακό, σκέφτομαι, είναι μια ισχνή μειονότητα με πολλά προβλήματα. Ανθρωποι αδικημένοι, στερημένοι, χτυπημένοι από τη ζωή, που δεν έχουν την ψυχραιμία ή την αυτοσυγκράτηση να σιωπήσουν· να σταθούν και να σκεφτούν ότι θα μπορούσαν να βρίσκονται οι ίδιοι ή οι δικοί τους στη θέση του «άλλου». Πίσω από αυτούς, σκέφτομαι, υπάρχει η μεγάλη πλειονότητα των καλόψυχων, συμπονετικών ανθρώπων, που δεν τους λείπει η ενσυναίσθηση. Κι αυτοί δεν επείγονται να αφήσουν το μικρό τους «απόρριμμα» στον δημόσιο χώρο, απλώς και μόνο επειδή η τεχνολογία έχει δώσει τη δυνατότητα. Σιωπούν, σκέφτονται, πάσχουν. Αυτούς έχω στο μυαλό μου όταν μας βρίσκει το κακό. Τους καλούς. Τους πολλούς.


Ο κ. Κώστας Κατσουλάρης.

* Τελευταίο μυθιστόρημα του κ. Κώστα Κατσουλάρη: «Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά» (εκδ. Μεταίχμιο).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ