ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Επικεφαλής του ΤΧΣ στην «Κ»: Ωρα τολμηρών αποφάσεων για τις τράπεζες

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

Δεν θα δεχθούμε πισωγυρίσματα σε θέματα εταιρικής διακυβέρνησης των τραπεζών, τονίζει ο διευθύνων σύμβουλος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας Μάρτιν Τζούρντα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων αποτελεί τη βασικότερη, αλλά όχι τη μοναδική πρόκληση για τις τράπεζες. Η αλλαγή του λειτουργικού τους μοντέλου και η μείωση του κόστους αποτελούν εξίσου βασικές προκλήσεις, που θα κρίνουν την επάνοδο των τραπεζών στην κερδοφορία και την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Αυτό επισημαίνει ο διευθύνων σύμβουλος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, Μάρτιν Τζούρντα, στη συνέντευξή του στην «Κ», στην οποία παραδέχεται ότι το μέγεθος της επένδυσης του Δημοσίου στις τράπεζες, που ανέρχεται στα 45 δισ. ευρώ, είναι δυσθεώρητο και δύσκολο να ανακτηθεί.

Ο κ. Τζούρντα προτρέπει τις τράπεζες να προσαρμόσουν το επιχειρησιακό τους μοντέλο με βάση τους μετριοπαθείς ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, αλλά και το δεδομένο μιας ασθενικής ανάπτυξης στην Ευρώπη και κάνει σαφές ότι το Ταμείο δεν θα δεχθεί πισωγυρίσματα σε θέματα εταιρικής διακυβέρνησης των τραπεζών.

– Εχετε δουλέψει πάνω σε μια λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών. Ποιο είναι το κόστος για το Δημόσιο;
– Το ΤΧΣ επανήλθε στην ιδέα της δημιουργίας ενός σχήματος (Asset Protection Scheme - APS) για τη στήριξη των τραπεζών στην προσπάθειά τους να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια τον Δεκέμβριο του 2017, όταν πια είχε γίνει σαφές ότι είναι ένα τεράστιο βάρος στους ισολογισμούς τους, επιβαρύνοντας τα έσοδά τους και την κερδοφορία τους. Ετσι εξετάσαμε τα μοντέλα που είχαν εφαρμοστεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ αυτών και το ιταλικό μοντέλο, και καταλήξαμε με τη βοήθεια της BlackRock σε μία πρόταση, η οποία όμως στη φάση εκείνη βρήκε την αντίθεση του ΔΝΤ, που εναντιώθηκε στη σημαντική δημοσιονομική επιβάρυνση. Για τον ίδιο λόγο ήταν επίσης πολύ επιφυλακτική και η ΕΚΤ, και έτσι αποφασίστηκε να μην αναληφθεί κάποια πρωτοβουλία μέχρι και το τέλος του προγράμματος για την Ελλάδα.
Φθάσαμε έτσι στον Σεπτέμβριο, όπου μετά τη συνάντηση που είχαμε με τον υπουργό Οικονομίας κ. Ευκλείδη Τσακαλώτο αποφασίσαμε να δουλέψουμε ξανά στις λεπτομέρειες αυτής της πρότασης. Σύμβουλος από την πλευρά της κυβέρνησης υπήρξε η JP Morgan. Η κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει τα οφέλη αυτής της πρότασης, που μεταξύ άλλων είναι ότι μπορεί να εφαρμοστεί σταδιακά και ότι το κόστος της εξαρτάται από τις προβλέψεις που υπάρχουν για αυτά τα δάνεια, τον βαθμό ανάκτησης των δανείων που θα μεταφερθούν κ.ά. Με βάση τους υπολογισμούς μας, στο σχήμα αυτό θα μπορούσαν να μεταφερθούν 15 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το δημοσιονομικό κόστος θα ήταν ουσιαστικά το ύψος της εγγύησης που θα παρείχε το κράτος και με βάση τους υπολογισμούς μας πρόκειται για 5 δισ. ευρώ, τα οποία δεν θα καταβληθούν εφάπαξ, αλλά σταδιακά και ανάλογα πάντα με τη σύνθεση των δανείων που θα μεταφέρονταν σε αυτό το σχήμα.

– Σε ποιον ανήκει τώρα η πρωτοβουλία για την υλοποίηση αυτής της πρότασης και πώς προσεγγίζουν οι τράπεζες αυτή τη λύση;
– Εχουμε κάνει την απαραίτητη προεργασία σε αρχικό στάδιο με την DG Comp προκειμένου να ξέρουμε τι μπορεί να εγκριθεί, αλλά δεν έχουμε παρουσιάσει τη μεθοδολογία της τιμολόγησης. Αυτό είναι κάτι που θα κάνει η JP Morgan, η οποία έχει αναλάβει τις επαφές με τους θεσμούς, δηλαδή τον SSM και την DG Comp. Εμείς, ως μέτοχοι, δεν μπορούμε να αναλάβουμε αυτόν τον ρόλο. Ευθύνη μας πάντα, ως μέτοχοι, είναι να διαφυλάξουμε την αξία της επένδυσής μας στις τράπεζες και να προστατεύσουμε τα χρήματα των φορολογουμένων, γιατί αν δεν αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων και δεν δοθεί η δυνατότητα να χρηματοδοτηθεί η πραγματική οικονομία, το τραπεζικό σύστημα δεν θα μπορέσει να αναπτυχθεί. Για αυτό πιέζουμε για μια λύση στο πρόβλημα. Το σχήμα μπορεί να λειτουργήσει σε εθελοντική βάση για όποια τράπεζα θελήσει να ενταχθεί και για το ύψος NPEs που επιλέξει. Αυτή τη στιγμή κάνουμε τις επαφές μας με τις τράπεζες, οι οποίες βλέπουν αυτή την πρωτοβουλία θετικά. Από τις μέχρι σήμερα συζητήσεις μας προκύπτει ότι η Eurobank και η Πειραιώς είναι πιο έτοιμες να κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας.
Ειδικά για τη Eurobank, το μοντέλο αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ ωφέλιμο στο πλαίσιο της συγχώνευσής της με την Grivalia, στον βαθμό που το σχέδιο προβλέπει την τιτλοποίηση ενός σημαντικού τμήματος χαρτοφυλακίου και η κρατική εγγύηση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κάλυμμα για το senior τμήμα των ομολόγων που θα εκδοθούν. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι αυτό το μοντέλο προϋποθέτει μια ενιαία δομή, με τη μορφή ομπρέλας, δηλαδή την κρατική εγγύηση, αυτό που μένει είναι να κατατεθεί στη DG Comp προκειμένου να υπάρξει η έγκριση και μετά οι τράπεζες, με τη σειρά τους, να αποφασίσουν ποιο τμήμα του χαρτοφυλακίου τους επιθυμούν να εντάξουν σε αυτό το μοντέλο.

– Πώς παρακάμπτεται στην πρότασή της το πρόβλημα της χαμηλής επενδυτικής βαθμίδας του ελληνικού Δημοσίου;
– Το θέμα της χαμηλής επενδυτικής βαθμίδας του ελληνικού Δημοσίου έχει να κάνει με την εγγύηση. Ετσι, εάν η ποιότητα του χαρτοφυλακίου που θα μεταφερθεί, αξιολογηθεί από τους επενδυτές ως ελκυστική προς επένδυση, τότε δεν χρειαζόμαστε ουσιαστικά την κρατική εγγύηση, η οποία θα αποτελέσει ένα πρόσθετο μόνο στοιχείο. Ετσι, σε αντίθεση με το ιταλικό μοντέλο, αυτό που θα αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης είναι η μεθοδολογία, η οποία στον βαθμό που γίνει αποδεκτή από τους διεθνείς επενδυτές, η κρατική εγγύηση δεν είναι απαραίτητο να πληροί αυτό το κριτήριο. Αρα το χαρτοφυλάκιο που θα μεταφερθεί στο SPV πρέπει να αποτελείται από δάνεια με εξασφαλίσεις, όπως είναι όχι μόνο τα στεγαστικά δάνεια, αλλά και δάνεια των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που αποτελούν σημαντικό βάρος σήμερα για τις τράπεζες.

– Ποια θεωρείτε ότι είναι τα οφέλη της πρότασής σας;
– Δεν νιώθουμε ότι είμαστε σε θέση υπεροχής σε ό,τι αφορά τη δική μας πρόταση. Επίσης, δεν σημαίνει ότι αυτή μπορεί να είναι η μοναδική λύση. Καλωσορίζουμε οποιαδήποτε λύση και αν το μοντέλο που προτείνει η ΤτΕ γίνει επίσης αποδεκτό από τον SSM και την DG Comp, αυτό θα είναι πολύ θετικό. Οποια λύση μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων είναι ευπρόσδεκτη σε εμάς, ως μέτοχο, αλλά και σε οποιονδήποτε άλλο μέτοχο. Η πρόταση της ΤτΕ βασίζεται στη χρήση του αναβαλλόμενου φόρου, που είναι ένα σημαντικό θέμα για τις τράπεζες γιατί είναι σαφές ότι είναι μια φορολογική απαίτηση και ότι δεν είναι πραγματικά κεφάλαια. Οι τράπεζες δεν πρέπει να δημιουργούν ζημίες, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ενεργοποιείται ο ρόλος του κράτους. Πιστεύουμε ότι ο αναβαλλόμενος φόρος πρέπει να μειωθεί και να μεταβληθεί σε πραγματικό μετοχικό κεφάλαιο. Η πρόταση της ΤτΕ είναι πολύ ενδιαφέρουσα γιατί επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του αναβαλλόμενου φόρου, μεταφέροντας αυτή την απαίτηση σε ένα όχημα ειδικού σκοπού και αν επιλεγεί από μια τράπεζα μπορεί να λειτουργήσει από κοινού με το σχήμα APS που προτείνουμε εμείς. Επιπλέον, η πρόταση αυτή βασίζεται στη μεταφορά σε όχημα ειδικού σκοπού δανείων κακής κυρίως ποιότητας, ενώ η λύση που προτείνουμε εμείς στοχεύει σε υψηλότερης αξίας στοιχεία ενεργητικού. Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι και οι δύο προτάσεις θα μπορούσαν να λειτουργήσουν. Αντίθετα, δεν θεωρούμε ότι πρέπει να αναλωθούμε σε πολυάριθμες επιλογές που αποπροσανατολίζουν και μπορεί να δημιουργήσουν σύγχυση στους επενδυτές.

– Κατά πόσον η πρότασή σας οδηγεί τις τράπεζες σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου;
– Το σχήμα μπορεί να λειτουργήσει σε εθελοντική βάση για όποια τράπεζα θελήσει να ενταχθεί και για όποιο ύψος NPEs, και έχει δύο βασικά πλεονεκτήματα: Δεν οδηγεί σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου τις τράπεζες και επιπλέον δεν απομειώνει την αξία της επένδυσης για τους υφιστάμενους μετόχους, δηλαδή και των φορολογουμένων, υπέρ των οποίων το Ταμείο λειτουργεί.
Το παλιό μοντέλο, που οδηγούσε τις τράπεζες κάθε δεύτερο χρόνο σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και αυτά τα χρήματα χρησιμοποιούνταν για να καλύψουν τις ζημίες από τις διαγραφές δανείων, είναι σαφές πια ότι δεν λειτουργεί, για τον απλούστατο λόγο ότι οι επενδυτές δεν πιστεύουν πια σε αυτό το αφήγημα. Η δική μας προσέγγιση είναι ότι οι τράπεζες πρέπει να αναπροσαρμόσουν τους ισολογισμούς τους και να αναθεωρήσουν το μοντέλο λειτουργίας τους στη βάση των σημερινών συνθηκών αγοράς και αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να διαθέτουν υπερβάλλοντα κεφάλαια. Χρειάζονται κεφάλαια ικανά να αντισταθμίσουν τους κινδύνους του ενεργητικού τους και τη ροή των τραπεζικών εργασιών τους. Αν, λοιπόν, υποθέσουμε ότι η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμό 2% τα επόμενα τρία χρόνια και μπορείς να χρησιμοποιήσεις τα έσοδά σου για νέες χρηματοδοτήσεις ή για να διανείμεις κέρδη στους μετόχους σου, αυτό είναι αποτελεσματικό. Την ίδια στιγμή αν αναπροσαρμόσεις το μέγεθος του επιχειρησιακού σου μοντέλου και οι επενδυτές πιστέψουν ότι αυτό είναι αποτελεσματικό, τότε θα επιστρέψουν και θα επενδύσουν σε αυτό. Από τη στιγμή όμως που δεν έχεις ένα αξιόπιστο αφήγημα, δεν μπορείς να προσελκύσεις επενδυτές.

Τα 32 δισ. ευρώ έγιναν 760 εκατ.

– Πόσα χρήματα έχουν δαπανηθεί μέχρι σήμερα για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος;
– Εάν αναλογιστούμε τα χρήματα που οι Ελληνες φορολογούμενοι έχουν επενδύσει στις τράπεζες, θα συνειδητοποιήσουμε ότι πρόκειται για ένα τεράστιο ποσό. Το Ταμείο έχει επενδύσει 32,5 δισ. στις τέσσερις συστημικές τράπεζες, αλλά και στα μεταβατικά σχήματα που δημιουργήθηκαν. Εχουν επενδυθεί επίσης 13,5 δισ. ευρώ για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού που δημιουργήθηκε κατά τη διάσωση μικρότερων τραπεζών. Ετσι έχουμε ένα σύνολο 45 δισ. ευρώ, από τα οποία έχουν ανακτηθεί περί τα 3,5 δισ. ευρώ με τη μορφή των warrants, των Cocos ή προμηθειών που οι τράπεζες κατέβαλαν, ενώ στα 656 εκατ. ευρώ ανέρχονται τα έσοδα από τις ρευστοποιήσεις. Ακόμη και αν απομονώσουμε τα κεφάλαια που επενδύθηκαν στις τέσσερις συστημικές τράπεζες, το ύψος της επένδυσης ανέρχεται σε 32 δισ. περίπου. Είναι λοιπόν σαφές ότι η σημερινή κεφαλαιοποίηση της επένδυσης του ΤΧΣ έχει συρρικνωθεί περίπου στα 760 εκατ. και αντιστοιχεί μόλις στο 5% της συνολικής επένδυσης μέχρι σήμερα.

Τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου δεν είναι αποτελεσματικά

– Πιστεύετε ότι το νέο επιχειρησιακό μοντέλο στο οποίο πρέπει να προσαρμοστούν οι τράπεζες θα οδηγήσει σε συγχωνεύσεις στο τραπεζικό σύστημα;
– Κατ’ αρχάς δεν βλέπω ότι μπορεί να υπάρξουν οφέλη για το τραπεζικό σύστημα από μια τέτοια κίνηση τουλάχιστον σε αυτή τη φάση. Οι τράπεζες πρέπει να δουλέψουν πάνω στη μείωση των κόκκινων δανείων και στο νέο επιχειρησιακό τους μοντέλο. Το παλιό καθεστώς όπου και οι τέσσερις τράπεζες έκαναν τα ίδια ακριβώς πράγματα, απλώς λίγο καλύτερα η μία σε σχέση με την άλλη, δεν δουλεύει πια.
Πρέπει λοιπόν κάθε τράπεζα να επανασχεδιάσει το προφίλ της και να προσδιορίσει τι είδους υπηρεσίες θέλει να προσφέρει π.χ. αν θα προσφέρει κυρίως υπηρεσίες λιανικής τραπεζικής ή wholesale και να επανατοποθετηθεί στην αγορά και στους πελάτες της με βάση τα πλεονεκτήματα που διαθέτει και που μπορούν να υποστηρίζουν ένα ισχυρό ισολογισμό. Αυτή είναι η επόμενη πρόκληση για τις τράπεζες. Η αλήθεια είναι ότι δεν το έχουν κάνει αυτό τα προηγούμενα χρόνια γιατί απλώς όλοι πόνταραν σε υψηλούς βαθμούς ανάπτυξης της τάξεως του 4% ή 5%, θεωρώντας ότι ο δρόμος προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν πιο εύκολος. Πλέον είναι σαφές ότι αυτό δεν θα συμβεί και επίσης είναι σαφές ότι τώρα είναι η ώρα για να ληφθούν αποφάσεις. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τις εξελίξεις στην Ελλάδα, αλλά και με τις προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας. Aυτό που βλέπουμε είναι ότι οι κινητήριες δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας είναι αυτή τη στιγμή ο τουρισμός και οι εξαγωγές. Και οι δύο όμως εξαρτώνται άμεσα από τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή οικονομία, οι προοπτικές της οποίας δεν είναι τόσο ανθηρές. Αρα πρέπει να γίνουμε πιο μετριοπαθείς και να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα.
Αυτό που θεωρώ ότι είναι το επιδιωκόμενο είναι να έχουμε πραγματικό ανταγωνισμό στο τραπεζικό σύστημα. Ιδανικά επίσης μπορούμε να έχουμε ένα ή δύο διεθνείς στρατηγικούς επενδυτές, κάτι που νομίζω ότι η χώρα διαθέτει σήμερα και σε ό,τι αφορά το τραπεζικό σύστημα η ιδανική εικόνα κατά τη γνώμη μου είναι να υπάρχουν δύο τοπικοί πρωταθλητές και κάποιες πιο εξειδικευμένες τράπεζες. Το να μιλήσουμε για συγχωνεύσεις στο τραπεζικό σύστημα σε αυτή τη φάση είναι κάτι πάρα πολύ πρώιμο.

– Το μοντέλο που περιγράφετε απαιτεί προφανώς μείωση του προσωπικού στις τράπεζες. Κατά πόσον το Ταμείο θα υποστηρίξει την υλοποίηση νέων προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου για τους τραπεζοϋπαλλήλους;
– Αν κοιτάξουμε την κερδοφορία του τραπεζικού συστήματος, ο μέσος όρος απόδοσης κεφαλαίων (ROE) στο ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα είναι κοντά στο 6%, στην Πορτογαλία κοντά στο 2,5% και στην Ελλάδα είναι αρνητικό. Οι ελληνικές τράπεζες είναι ανάγκη να επανεξετάσουν το λειτουργικό τους μοντέλο και τη δομή του κόστους τους. Ετσι θα διαπιστώσουν τι είναι επικερδές και τι όχι και με βάση αυτές τις διαπιστώσεις θα πρέπει να αποφασίσουν πού θα επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους και το δυναμικό τους. Εφόσον εντοπίσουν πού θα πρέπει να διαθέσουν τους διαθέσιμους πόρους τους, θα πρέπει να δουν τι θα κάνουν και για τους πόρους που δεν δεν χρειάζονται σε αυτή την προσπάθεια. Αυτό που λέμε στις τράπεζες δεν είναι το να ξεφορτωθούν το προσωπικό τους, αλλά να βρουν μια υπεύθυνη κοινωνικά λύση και κατά την άποψή μας αυτό θα πρέπει να υποστηριχθεί από όλους τους κοινωνικούς παράγοντες.
Τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου είναι πράγματι πολύ δημοφιλή στην Ελλάδα, αλλά δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για τη μείωση του προσωπικού. Αυτά τα προγράμματα έχουν νόημα μόνο εάν διασφαλίσεις ότι πράγματι ο κόσμος αποχωρεί και υποστηρίζεται σε αυτή την επιλογή. Δεν έχει νόημα εάν κάποιος αποχωρήσει παίρνοντας αυτή την οικονομική στήριξη και στη συνέχεια επαναπροσληφθεί από μία άλλη τράπεζα. Σε αυτή την περίπτωση είναι δαπάνη.
Πιστεύω σε σχήματα, όπως δημιουργήθηκαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (labour financial scheme), που θα δώσουν τη δυνατότητα στον κόσμο να επανεκπαιδευθεί και να κατευθύνει την καριέρα του σε έναν άλλο τομέα, αφού είναι επίσης σαφές ότι ο χρηματοοικονομικός τομέας στην Ελλάδα δεν χρειάζεται επιπλέον προσωπικό. Εχω μεταφέρει αυτή την πρόταση αρμοδίως και πλέον είναι θέμα κυβερνητικής απόφασης εάν θα προχωρήσει σε ένα παρόμοιο σχήμα.

– Η κυβέρνηση προωθεί την αλλαγή του νόμου για τα μη εκτελεστικά μέλη των διοικητικών συμβουλίων των τραπεζών. Συμφωνείτε ότι υπάρχει ανάγκη αλλαγών και προς ποια κατεύθυνση;
– Τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των τραπεζών έχουν αλλάξει σε ποσοστό 75% μέχρι σήμερα και σε ποσοστό 60% έχουμε στελέχη με διεθνή εμπειρία στον κλάδο. Αυτό που μπορούμε να πούμε με αντικειμενικούς όρους είναι ότι αυτό επέφερε ουσιαστικές αλλαγές στην κουλτούρα εταιρικής διακυβέρνησης και γι’ αυτό επιμένουμε πολύ και νομίζω ότι έχουμε πείσει τις διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών π.χ. για την ανάγκη ύπαρξης επιτροπής ηθικής. Ηδη η Τράπεζα Πειραιώς έχει δρομολογήσει τη σύστασή της, η Εθνική έχει αποδεχθεί την αναγκαιότητα συγκρότησής της και πιστεύω ότι και οι άλλες τράπεζες θα ακολουθήσουν. Ετσι είμαστε ανοιχτοί σε αλλαγές που θα ενισχύσουν θέματα ηθικής των τραπεζών ή θα βελτιώσουν τη λειτουργία τους. Για παράδειγμα, μπορούμε να συμφωνήσουμε στο ότι δεν χρειάζεται κάποιος να είναι τραπεζίτης για να είναι επικεφαλής του τμήματος ΙΤ, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν θα δεχθούμε να υπάρχουν μέλη στα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών που π.χ. έχουν σχέση δανειζόμενου με την τράπεζα. Το Ταμείο θα εναντιωθεί σε οποιαδήποτε κίνηση που θα μας πήγαινε πίσω στο παρελθόν σε θέματα εταιρικής διακυβέρνησης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ