Μάτι, απόγευμα 23ης Ιουλίου. Ο 90χρονος Γιώργος Σγούρας βλέπει την έντρομη κόρη του να ορμάει στο σπίτι τους. «Φεύγουμε αμέσως!» Ο κύριος Γιώργος θα παραμείνει μέσα στο νερό πέντε ολόκληρες ώρες. Θα είναι από τους τυχερούς. Σήμερα εξομολογείται: «Αυτούς τους μήνες έκλαψα όσο δεν είχα κλάψει σε όλη μου τη ζωή». 

H σχέση του Γιώργου Σγούρα με το Μάτι ξεκίνησε τον Μάιο του 1955. Ένας καλός του φίλος τον είχε παροτρύνει να εξερευνήσουν αυτό το παρθένο κομμάτι της βορειοανατολικής Αττικής. Επιστρέφοντας στην Αθήνα το βράδυ, δεν μπορούσε να το βγάλει από το μυαλό του: «Κάτι είχα πάθει με το μέρος». Σήμερα, στο τέλος μιας εφιαλτικής χρονιάς για τον τόπο που αγάπησε, είναι σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα μέσα του από εκείνη τη μακρινή άνοιξη της δεκαετίας του ’50 ή τα χρόνια που έφτιαξε και μεγάλωσε το εξοχικό του στην καρδιά του σημερινού οικισμού, ένα βήμα από την Αργυρά Ακτή. 

Η αγάπη (ο έρωτας πιο σωστά) για το Μάτι παραμένει αναλλοίωτος και παντοδύναμος· αυτός είναι ίσως ο λόγος που τον τροφοδοτεί με μια σχεδόν ακατανόητη ενέργεια και ένα αδάμαστο κέφι για το αύριο της περιοχής.  Όχι, δεν είναι αιθεροβάμων. Ένας Θεός ξέρει τι είδαν τα μάτια του εκείνο το απόγευμα, ένας Θεός ξέρει τι ιστορίες άκουσαν τα αυτιά του τις ημέρες που ακολούθησαν την απόλυτη καταστροφή. «Θα σας πω ότι στη θάλασσα ήμουν κοντά στη Μαργαρίτα και στο βρέφος», μου λέει και τα μάτια του βουρκώνουν, κοιτώντας στο κενό. Ο κ. Γιώργος Σγούρας αναφέρεται στη γυναίκα και στο παιδί του πυροσβέστη Αντρέα Δημητρίου, που δυστυχώς δεν τα κατάφεραν.

 

 

Προσπαθώ να είμαι διακριτικός με τις πιο δύσκολες στιγμές, αλλά ο κύριος Γιώργος δεν έχει τέτοια προβλήματα. Θυμάται κάθε δευτερόλεπτο από εκείνο το απόγευμα. «Κοιτάξτε, αν δεν ήταν η κόρη μου, δεν θα ήμουν εδώ». Κάνει μια μικρή παύση (είναι προφανώς μια σκέψη που έρχεται και ξανάρχεται τους τελευταίους μήνες) πριν ξεκινήσει την αφήγησή του από το σημείο μηδέν, την ώρα που είδε μαζί με τον  Έντουαρντ, τον βοηθό του, τους πρώτους καπνούς πίσω από τον Νέο Βουτζά, στο βουνό. «Δεν δώσαμε σημασία. Είναι ένα συνηθισμένο θέαμα, που μέχρι το καλοκαίρι δεν προκαλούσε φόβο στους κατοίκους στο Μάτι. Αισθανόμασταν ασφαλείς, γιατί πάντα εδώ φυσάει βοριάς και σπρώχνει τη φωτιά μακριά μας. Κοντά στις 6 μπήκε στο σπίτι η κόρη μου, που μόλις είχε προλάβει να μπει στον οικισμό από τη λεωφόρο Μαραθώνος. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά, ανέβηκε στην ταράτσα και, κατεβαίνοντας, μας είπε έντρομη ότι η φωτιά είχε περάσει τον δρόμο και ερχόταν καταπάνω μας». Η αρχική ιδέα ήταν να προσπαθήσουν να διαφύγουν με το αυτοκίνητο, αλλά εγκαταλείφθηκε αμέσως. Στις 6 και 10 λεπτά στην Αργυρά Ακτή κυριαρχούσε ο απόλυτος πανικός: ακινητοποιημένα αυτοκίνητα και αλλόφρονες κάτοικοι, που έτρεχαν προς την παραλία για να σωθούν. 

Για τον Γιώργο Σγούρα το να «τρέξει» προς την παραλία μαζί με εκατοντάδες άλλους τρομοκρατημένους συμπολίτες του δεν ήταν τόσο απλό. Ένα κινητικό πρόβλημα που τον απασχολεί και η σχετικά εξασθενημένη όρασή του έκαναν την κατάβαση μέσα από το πλατύσκαλο που οδηγούσε στη θάλασσα, και μάλιστα σε συνθήκες χάους, ακόμα πιο περίπλοκη υπόθεση. «Νιώθαμε τη φωτιά στις πλάτες μας κι εγώ δυστυχώς, παρά τη βοήθεια του Έντουαρντ, δεν κατάφερα να δω το πρώτο σκαλί και έπεσα». Ευτυχώς μπόρεσε να σηκωθεί, τα πληγωμένα του γόνατα τον κρατούσαν, και κατέβηκε τα υπόλοιπα σκαλιά μέχρι την παραλία. «Όταν μπήκαμε στη θάλασσα, πρέπει να ήταν ήδη εκεί περίπου 300 άτομα. Το καταπληκτικό ήταν η πυκνότητα του καπνού. Απίστευτο πράγμα. Εξίμισι το απόγευμα, κατακαλόκαιρο, και σκοτάδι παντού». Ο κύριος Γιώργος, όπως και η κόρη του μαζί με το τρίποδο σκυλί της, όπως και ο Έντουαρντ, έκαναν αυτό που έβλεπαν τριγύρω τους: μόνο το κεφάλι έξω από το νερό με τακτικά βυθίσματα ολόκληρου του σώματος όταν ο αέρας γινόταν αποπνικτικός. «Μπήκαμε στη θάλασσα 7 παρά και βγήκα μετά τις 11». Πώς άντεξε τόσες ώρες κάτω από αυτές τις συνθήκες; «Είναι κάτι που μου έκανε εντύπωση κι εμένα. Δεν κουράστηκα καθόλου, ούτε λεπτό. Θα σας πω μάλιστα ότι την περισσότερη ώρα προσπαθούσα να κάνω χιούμορ και να αστειεύομαι, για να δίνω θάρρος στους ανθρώπους δίπλα μας».  Όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα καΐκια, ο Γιώργος Σγούρας δεν βγήκε από τους πρώτους. «Δεν υπήρχε λόγος, άντεχα. Υπήρχε κόσμος με πολύ μεγαλύτερες ανάγκες. Τελικά με περισυνέλεξε ένα καΐκι λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Με ανέβασαν με τη βοήθεια μιας καρέκλας, δεν γινόταν αλλιώς».

Ο κόσμος που αγαπάει το Μάτι είναι εκεί

Η Τρίτη 24 Ιουλίου βρήκε τον 90χρονο πρώην πρόεδρο του τοπικού Εξωραϊστικού Συλλόγου σε κατάσταση σοκ. Έβλεπε ξανά το Μάτι με το φως της ημέρας, αλλά αυτό που αντίκριζε δεν ήταν το Μάτι που ήξερε. «Τρελάθηκα, δεν αναγνώριζα τον τόπο. Το σπίτι και τα πεύκα μας είχαν γλιτώσει από ένα καπρίτσιο του αέρα, αλλά το αριστούργημα φύσεως που είχα αντικρίσει τον Μάιο του 1955 δεν ήταν πια εκεί. Και κυρίως οι άνθρωποι που έφυγαν. Θα σας πω κάτι: τους μήνες μετά τη φωτιά έχω κλάψει όσο δεν είχα κλάψει σε όλη μου τη ζωή». Ο ίδιος πηγαίνει συνέχεια, όπως κάνει άλλωστε τα τελευταία 56 χρόνια, από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο, αλλά και τακτικά μέσα στον χειμώνα όταν ο καιρός το επιτρέπει, την Καθαρά Δευτέρα και το Πάσχα.  «Ο κόσμος που αγαπάει το Μάτι είναι εκεί. Επικρατεί οργασμός δημιουργίας. Αυλές και κήποι που είχαν λιώσει από τη φωτιά έχουν καθαριστεί και φυτευτεί από την αρχή. Με ορισμένες βελτιώσεις το Μάτι θα γίνει καλύτερο και από αυτό που ήταν». 

Πριν αποχαιρετηθούμε, ακούω τον κύριο Γιώργο να μου λέει με ελαφρά συνωμοτικό ύφος: «Ξέρετε τι θέλω; Να γιορτάσουμε την Πρωτομαγιά στο Μάτι. Το ξέρω, δεν είναι εύκολο, αλλά δεν πρέπει να το βάλουμε κάτω». ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ