Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Η Αγκελα Μέρκελ στην Αθήνα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η επίσκεψη της Αγκελα Μέρκελ στην Αθήνα πραγματοποιείται σε ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον από την προηγούμενη, του Απριλίου του ’14. Εχουν αλλάξει πολλά στα πέντε χρόνια που πέρασαν από την τελευταία άφιξη της Γερμανίδας καγκελαρίου στην ελληνική πρωτεύουσα. Τότε ο Αλέξης Τσίπρας μιλούσε για «επικοινωνιακά παιγνίδια», την κατηγορούσε ότι «έρχεται να υποστηρίξει τον αντιπρόσωπό της κ. Σαμαρά», και τόνιζε ότι η επίσκεψη θα έφερνε τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που ανέμενε η ίδια, διότι όπως προειδοποιούσε, ως αρχηγός της αντιπολίτευσης, αυτός που αποφασίζει είναι ο ελληνικός λαός.

Ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δηλώνουν πια έτοιμοι να «εκδημοκρατίσουν» την Ευρώπη. Ισως διότι αντιλήφθηκαν ότι είναι ήδη δημοκρατική. Οι χώρες της Γηραιάς Ηπείρου –μαζί με τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία και, δυστυχώς, πολύ λίγα ακόμη κράτη του πλανήτη– ήταν δημοκρατίες πολύ πριν εμφανισθεί στο προσκήνιο ο ΣΥΡΙΖΑ. Με αδυναμίες, με αδικίες, με ανισότητες, αλλά παραμένουν οι πιο ελεύθερες κοινωνίες.

Τα «go back Mrs Merkel» και οι τόσες άλλες ύβρεις που εκτοξεύονταν, κατά της καγκελαρίου αλλά και πολιτικών αντιπάλων, αποτελούν μακρινό παρελθόν. Τώρα υπάρχει καλή συνεργασία της Αθήνας με το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες, αν και η καγκελάριος θα καλέσει τον κ. Τσίπρα να μην αποκλίνει της μεταρρυθμιστικής πορείας.

Ωστόσο, η επίσκεψη δεν θα εστιάσει μόνο στην οικονομία. Θα αναδείξει και τη συμφωνία των Πρεσπών. Η κ. Μέρκελ θα επαναλάβει τη θετική στάση της Γερμανίας στη συμφωνία που υπέγραψαν η Ελλάδα και η ΠΓΔΜ. Δεν εκπλήσσει ότι και σε αυτό το πεδίο ο πρωθυπουργός θα βρει στήριξη από την καγκελάριο. Το ερώτημα είναι πώς η τελευταία θα «χειρισθεί» τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οι προθέσεις και οι στόχοι των Ευρωπαίων εταίρων, όπως και των Αμερικανών συμμάχων, είναι γνωστά. Αλλά θα ήταν λάθος να ασκηθούν πιέσεις στον αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας.

Η καγκελάριος γνωρίζει, από την ενημέρωση που έχει από τη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα, πως στο συγκεκριμένο θέμα τη δυσκολία δεν την είχε ο κ. Τσίπρας, του οποίου οι υποστηρικτές και ψηφοφόροι ήταν παραδοσιακά υπέρ μιας συμβιβαστικής λύσης που θα περιελάμβανε και παραχωρήσεις. Την είχε ο κ. Μητσοτάκης, ο οποίος αν στήριζε τη συμφωνία θα έβλεπε το κόμμα του –πιστό μέλος του ΕΛΚ και βασικός πυλώνας πολιτικής σταθερότητας στη χώρα– να διασπάται. Και στη σημερινή συγκυρία ούτε η Ελλάδα, αλλά ούτε και η περιοχή των Βαλκανίων, θα ωφελείτο από τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού σχηματισμού που εύκολα θα γινόταν έρμαιο άλλων επιρροών.

Επιπροσθέτως, στην πράξη, η Νέα Δημοκρατία, ως κόμμα που σέβεται τη συνέχεια του κράτους, θα εφαρμόσει τη συμφωνία. Ετσι, η ομαλοποίηση των σχέσεων Ελλάδας - ΠΓΔΜ θα προχωρήσει και η τελευταία θα ενταχθεί στη Βορειοατλαντική Συμμαχία

Υπό αυτό το πρίσμα, η κ. Μέρκελ δεν έχει κανένα λόγο να φέρει σε δύσκολη θέση τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Προφανώς, θα εκφράσει την υποστηρικτική προς τη συμφωνία θέση της, αλλά ο στρατηγικός της στόχος υπηρετείται καλύτερα εάν διαμηνύσει ότι δεν πιέζει κανέναν και σέβεται όσους Ελληνες διαφωνούν σε αυτό το ευαίσθητο ζήτημα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ