ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η σχετική υπερβολή με την οποία αντιμετωπίστηκε ο πρόσφατος «Τηλέμαχος», που σκέπασε τη χώρα με μια πούδρα χιονιού στις αρχές της εβδομάδας, είναι μια καλή ευκαιρία για να θυμηθούμε τι εστί πραγματική φυσική καταστροφή. Τη χρονιά που μας πέρασε, δύο εκατομμύρια Νιγηριανοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους από τις αλλεπάλληλες πλημμύρες, δεκάδες πόλεις της Ινδονησίας ισοπεδώθηκαν από καταστροφικούς σεισμούς, και εκατοντάδες άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί από την έκρηξη ηφαιστείου στη Γουατεμάλα. Με τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής να γίνονται ολοένα και πιο προφανείς, οι εικόνες που προκύπτουν από τα καταστροφικά φυσικά φαινόμενα του σήμερα είναι πραγματικά συγκλονιστικές.

Ενώ οι κοινότητες του κόσμου θρηνούν τις απώλειές τους, αντιμετωπίζουν παράλληλα το τεράστιο βάρος της ανοικοδόμησης και την απογοητευτική αιώνια αναμονή για βοηθητικά κρατικά κονδύλια. Μερικές κοινότητες, ωστόσο, αποφασίζουν να αντιμετωπίσουν και μια επιπρόσθετη πρόκληση: μετά την καταστροφή, κάνουν ένα αισιόδοξο άλμα από την αντικατάσταση στην αναγέννηση. Παρότι σαφώς υπάρχει ελάχιστη ελπίδα στον απόηχο μιας φυσικής καταστροφής, μια μικρή αλλά φωτεινή ακτίνα είναι η ιδέα πως η καταστροφή μπορεί να υπάρξει ταυτόχρονα και μοναδική ευκαιρία ανάπλασης.

Μια τέτοια προσέγγιση, φυσικά, απαιτεί περισσότερο χρόνο, πολλή υπομονή και μια δόση δημιουργικότητας – όταν όμως πετυχαίνει, ο αντίκτυπος είναι εκθετικός. Το απέδειξε, στη χώρα μας, η Καλαμάτα μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1986 που ισοπέδωσε πάνω από τη μισή πόλη. Από την γκρίζα μετασεισμική πραγματικότητα της πρωτεύουσας της Μεσσηνίας αναγεννήθηκε μία από τις ομορφότερες πόλεις της Ελλάδας, με πρωτοποριακό πολεοδομικό σχεδιασμό και μια νέα συνείδηση για την αστική οικοδόμηση. Αντίστοιχα, στην Ινδονησία που προσπαθεί ακόμη να συνέλθει από τη λαίλαπα των τσουνάμι, ένα πλούσιο οικοσύστημα φορέων κατάφερε να δώσει και πάλι ζωή στα ταλαιπωρημένα ψαροχώρια της ακτής. Από τα παραδείγματα, φυσικά, δεν θα μπορούσαν να λείπουν και οι ΗΠΑ, με τους εκατοντάδες τυφώνες αλλά και τη μοναδική ικανότητα να μεταμορφώνουν τα προβλήματα σε ευφάνταστες λύσεις. Στη μικρή αγροτική πόλη Γκρίνσμπουργκ του Κάνσας, για παράδειγμα, ένας ολέθριος τυφώνας έγινε αφορμή για την οικοδόμηση μιας εκ των πιο βιώσιμων και «πράσινων» κοινοτήτων της υφηλίου.

Ακολουθούν οι τρεις αυτές ιστορίες που εξιστορούν το τι συμβαίνει όταν η φυσική καταστροφή γίνεται αφορμή δημιουργικής και συνεργατικής ανοικοδόμησης.

Ο μεγάλος σεισμός «γέννησε» ένα σχέδιο-υπόδειγμα

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1986, η πόλη της Καλαμάτας ήταν στολισμένη από άκρη σε άκρη και πανέτοιμη να υποδεχθεί το πλοίο «Πάρος», που θα εκτελούσε το πρώτο του δρομολόγιο. Το όμορφο λιμάνι της έσφυζε από ενθουσιώδεις οικογένειες, και τα παιδιά της πόλης περιεργάζονταν τα βαγόνια που μόλις είχαν τοποθετηθεί στο νέο Δημοτικό Πάρκο των Σιδηροδρόμων, που είχε προσφάτως εγκαινιαστεί. Ξαφνικά, ένας εκκωφαντικός ήχος κυριεύει την εύθυμη κακοφωνία της πόλης. Η γη σχίζεται στα δύο, κτίρια καταρρέουν και κραυγές αντηχούν σε κάθε γειτονιά που τυλιγόταν στο σκοτάδι.

Ο Εγκέλαδος των 6,5 Ρίχτερ που χτύπησε την Καλαμάτα το 1986 πήρε μαζί του 22 ζωές, τραυμάτισε πάνω από 300 πολίτες και επηρέασε τα δύο τρίτα των κτιρίων της όμορφης πόλης της Πελοποννήσου, από σπίτια μέχρι δημόσια κτίρια και παραδοσιακές εκκλησίες. Στους μήνες που ακολούθησαν η πόλη ερήμωσε, καθώς πολλοί κάτοικοι την εγκατέλειψαν για να εγκατασταθούν προσωρινά σε γύρω χωριά της Μεσσηνίας. Ακολούθησε χειμώνας βαρύς, με ατέλειωτους χιονιάδες που σκέπασαν τις σκηνές οι οποίες στέγαζαν τα ελάχιστα παιδιά που παρέμειναν στα σχολεία της Καλαμάτας. Η πόλη έμοιαζε σχεδόν νεκρή.

Η αναγέννηση

Ωστόσο σταδιακά, από τις στάχτες του καταστροφικού σεισμού άρχισε να αναδύεται ένα πνεύμα δημιουργικότητας. Στην καρδιά του βρισκόταν ο πολεοδόμος Γρηγόρης Διαμαντόπουλος, ο οποίος αμέσως μελέτησε προσεκτικά κάθε ζημιά και εξόπλισε την πόλη με ένα σύγχρονο πολεοδομικό σχέδιο. Μεγάλη διαφορά στο όραμα του Διαμαντόπουλου ήταν μια νέα φιλοσοφία αναδόμησης, επηρεασμένη από τις τρομακτικές εικόνες της ερειπωμένης Καλαμάτας, που τοποθετούσε στο επίκεντρο τον άνθρωπο-σεισμόπληκτο και όχι μόνο τις υλικές ζημιές.

Στον αστικό ιστό της πόλης έγιναν άμεσα μελέτες για τη διάσωση του μνημειακού πλούτου της πόλης και τα όμορφα νεοκλασικά, ενώ οι δημόσιοι χώροι, τα σχολεία και ο κοινωνικός εξοπλισμός ήταν από τις βασικές προτεραιότητες της πρότασης του πολεοδόμου για ανάπλαση.

Οι τεκμηριωμένες προτάσεις του σχεδίου και οι έντονες προσπάθειες του δήμου και της κοινότητας άρχισαν να αποδίδουν, και έτσι το συνεργατικό οικοσύστημα αναδόμησης της Καλαμάτας κατάφερε να εξασφαλίσει πάνω από 100 δισεκατομμύρια δραχμές για την αναγέννηση της πόλης από την Ευρωπαϊκή Ενωση και το Ταμείο Ανασυγκρότησης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ταυτόχρονα, οι καταστροφικές συνέπειες του σεισμού «γέννησαν» και σπάνια αλληλεγγύη για τα ελληνικά δεδομένα, καθώς το πολιτικό σύστημα της εποχής εξέφρασε τη συμπαράστασή του με συλλογικότητα και δίχως πολιτικοποιήσεις. Ενα ακόμη συγκινητικό παράδειγμα αλληλεγγύης παρατηρήθηκε και στον τοπικό Τύπο, όπου οι μόνες εγκαταστάσεις εφημερίδας που επιβίωσαν ήταν αυτές του «Θάρρους». Ο τότε εκδότης του Γιάννης Αποστολάκης κάλεσε τους υπόλοιπους εκδότες που αντιμετώπιζαν πληθώρα υλικών ζημιών και τους ζήτησε να συνεργαστούν σε μια κοινή έντυπη έκδοση με τίτλο «Καλαματιανά Νέα».

Σήμερα η Καλαμάτα στέκεται περήφανη ως μία από τις ομορφότερες πόλεις της Ελλάδας, έχοντας κάνει μεγάλο ποιοτικό άλμα χάρη στο σχέδιο για την ανάπλασή της.

Ωστόσο, η καταστροφή που την έπληξε υπήρξε παράλληλα και αφορμή για την οικοδόμηση ενός νέου αντισεισμικού μηχανισμού στη χώρα. Οι Ειδικές Μονάδες Αντιμετώπισης Καταστροφών της Πυροσβεστικής, για παράδειγμα, δημιουργήθηκαν μετά τους σεισμούς της Καλαμάτας, ενώ οι μελέτες διατήρησης κτιρίων της χώρας βελτιώθηκαν σημαντικά. Η πόλη, μάλιστα, κέρδισε τέσσερα βραβεία από διεθνείς οργανισμούς για τη δημιουργική ανασυγκρότησή της, τον σεβασμό στον πολεοδομικό σχεδιασμό και τη δημιουργία εθνικής συνείδησης για την αστική οικοδόμηση. Είναι η απόδειξη πως, πράγματι, ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό.

Η νέα «πράσινη» ζωή μιας πόλης


Το ακραίο φαινόμενο κράτησε μόλις λίγα λεπτά, ωστόσο όταν κόπασε, το 95% των κτιρίων είχε γίνει συντρίμμια.

Το 2007, ένας αδίστακτος τυφώνας διαπέρασε το κέντρο της μικρής πόλης του Γκρίνσμπουργκ στο Κάνσας. Το ακραίο φαινόμενο κράτησε μόλις λίγα λεπτά, ωστόσο όταν κόπασε το 95% των κτιρίων είχε γίνει συντρίμμια και οι μισοί κάτοικοι της αγροτικής πόλης είχαν βρεθεί, από το πουθενά, άστεγοι. Η εικόνα της ξαφνικής καταστροφής είχε σοκάρει τις ΗΠΑ απ’ άκρη σε άκρη και ο τότε δήμαρχος του Γκρίνσμπουργκ είχε δηλώσει συντετριμμένος πως δεν ήταν σίγουρος ότι η κοινότητα θα κατάφερνε τελικά να επιβιώσει.

Και όμως διαψεύστηκε – ο σχεδόν «θάνατος» της μικρής του πόλης αποτέλεσε το έναυσμα για μια δημιουργική αναγέννηση. Ο λευκός καμβάς της κατεστραμμένης πόλης, αλλά και η περιβαλλοντολογική ευαισθησία των κατοίκων μετά τον τυφώνα οικοδόμησαν μια μαζική συναίνεση για ένα πρωτότυπο πλάνο: τη μετατροπή της μικρής κτηνοτροφικής πόλης σε παγκόσμιο πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης και ανάπτυξης φιλικής προς το περιβάλλον. «Η σκέψη ήταν πως αν δεν κάνουμε κάτι μοναδικό και διαφορετικό, θα είμαστε απλώς άλλη μια κοινότητα που χτυπήθηκε από τυφώνα και δεν ανέκαμψε ποτέ», είχε δηλώσει τότε ο δήμαρχος Στιβ Χιούιτ και πράγματι ο ίδιος και οι συμπολίτες του έκαναν τα πάντα για να μη συμβεί αυτό. Μαζί επιδίωξαν και κέρδισαν μία σειρά από κρατικές και ομοσπονδιακές επιχορηγήσεις και παράλληλα καθιέρωσαν ένα πρόγραμμα παροχής φορολογικών κινήτρων για επιχειρήσεις που ξανανοίγουν ή εγκαθίστανται στην πόλη και τηρούν πλήρως τα οικολογικά πρότυπα της εποχής.

Εντεκα χρόνια μετά η μεταμόρφωση είναι εντυπωσιακή. Σήμερα, το μικρό Γκρίνσμπουργκ διαθέτει τα περισσότερα κατά κεφαλήν κτίρια με περιβαλλοντική πιστοποίηση LEED σε ολόκληρη τη χώρα, και ηλεκτροδοτείται εξ ολοκλήρου από αιολική ενέργεια. Το όραμα για ένα «πράσινο» μέλλον ήταν η μαγιά που έδεσε σφιχτά την κοινότητα της πόλης, άλλωστε οι κάτοικοι πήραν από μόνοι τους την πρωτοβουλία να ιδρύσουν και να χρηματοδοτήσουν ένα μη κερδοσκοπικό ίδρυμα που βοηθά τις οικολογικές επιχειρήσεις. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια, το ίδρυμά τους μάζεψε μισό εκατομμύριο και φιλοξένησε δέκα καινοτόμες επιχειρήσεις. «Βλέπετε, “το κλειδί” είναι πως συμμετείχαμε όλοι ανεξαιρέτως σε αυτή την αναγέννηση», καταλήγει με χαμόγελο ο πρώην δήμαρχος.

Θάλασσα, καταστροφή και σωτηρία


Η αλιευτική παράδοση στο μικρό χωριό Μαλαχαγιάτι συνεχίζεται, αφού οι ψαράδες διαθέτουν πλέον ανθεκτικές και οικολογικές βάρκες.

Ο ναυπηγός Ταχρουντίν θεωρεί τον εαυτό του έναν από τους τυχερότερους κατοίκους του Μαλαχαγιάτι, του ήρεμου ψαροχωριού που βρίσκεται στην καρδιά της επαρχίας που χτυπήθηκε περισσότερο από το τσουνάμι του 2004 στην Ινδονησία. Την παραμονή των Χριστουγέννων, ενώ περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους του οικισμού έχασαν τη ζωή τους, ο 27χρονος Ταχρουντίν και η σύζυγός του έχασαν μονάχα το σπίτι τους. Καθώς το παλιρροϊκό κύμα σκέπαζε τις ακτές, ο νεαρός ναυπηγός σκέφθηκε αμέσως την πέντε μηνών έγκυο σύζυγό του – ευτυχώς απέδρασαν και οι δύο έγκαιρα και παρακολούθησαν εκ του ασφαλούς το χωριό τους να καταστρέφεται από έναν λόφο.

Εξι εβδομάδες μετά την απόδραση, η τύχη χαμογέλασε και πάλι στον Ταχρουντίν. Συναντήθηκε τυχαία με τον Ερικ Λίμαν, έναν επιχειρηματία από τις ΗΠΑ, ο οποίος ανήκε στα εκατομμύρια ανθρώπων παγκοσμίως που παρακολούθησαν στην τηλεόραση τη φυσική καταστροφή. Εχοντας εργαστεί για 19 χρόνια στην Ινδονησία, ο Λίμαν πέταξε αμέσως στην Τζακάρτα και έβαλε όλες τις αποταμιεύσεις του στο Διεθνές Επιχειρησιακό Σύστημα Ανακούφισης (AIRO), ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα για τους επιζώντες του τσουνάμι. Αποφάσισε, παράλληλα, να ανοίξει ένα ναυπηγείο για την κατασκευή πλοίων, για να βοηθήσει όλους τους ψαράδες που είχαν χάσει τις βάρκες που τους παρείχαν τα προς το ζην. Ο πρώτος εργαζόμενος ναυπηγός ήταν ο Ταχρουντίν.

Η πρωτοβουλία κίνησε αρκετά γρήγορα το ενδιαφέρον της Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ, η οποία έσπευσε να τη χρηματοδοτήσει και να παρέχει συμβουλές από ειδικούς για να ενισχύσουν τις προσπάθειες ανακούφισης και ανάπτυξης. Σε μερικές εβδομάδες μία ομάδα από όλο τον κόσμο εργαζόταν στενά με Ινδονήσιους ναυπηγούς, φτιάχνοντας ανθεκτικές και οικολογικές βάρκες και αναβιώνοντας σταδιακά την αλιευτική παράδοση του Μαλαχαγιάτι. Σήμερα, το μικρό χωριό έχει αναπτυχθεί όσο ποτέ άλλοτε, και ο Ταχρουντίν και η οικογένειά του μένουν σε ένα νέο σπίτι με θέα το ναυπηγείο. «Είμαι πολύ χαρούμενη που ο σύζυγός μου βρήκε άμεσα μια νέα δουλειά», δηλώνει η Νουρ. «Οταν δεν κατασκευάζει σκάφη, πηγαίνει για ψάρεμα με τη δική του βάρκα. Είναι συγκινητικό το ότι ζούμε μέσα από τη θάλασσα, παρά την καταστροφή που μας έφερε», καταλήγει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ