Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Οικουμενική ασυμφωνία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ελληνική κρίση είχε πολλές συνέπειες, σχεδόν όλες καταστροφικές, αλλά είχε και μερικές θετικές παρενέργειες. Μία από αυτές είναι το ότι αρχίσαμε να μιλάμε όλοι περισσότερο για θέματα πολιτικά και κοινωνικά. Δεν ξέρω αν το θυμάστε, αλλά πριν από την κρίση οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είχαν τόσο πολλές απόψεις για τέτοια θέματα ή, τέλος πάντων, δεν είχαν ούτε τη διάθεση ούτε και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να τις εκφράσουν με τόσο ζήλο και τόση θέρμη. Αυτή η έκρηξη δημοσιολογίας μέσα στην κρίση μας έδωσε τη δυνατότητα να καταλάβουμε καλύτερα σε τι κοινωνία ζούμε, τι έχουν μέσα τα μυαλά των ανθρώπων που μας περιστοιχίζουν. Μπορεί να μην ήταν ευχάριστα τα νέα, αλλά οπωσδήποτε υπήρξαν χρήσιμα για κάποιους από εμάς.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα ήταν ο ιδεολογικός κατακερματισμός της κοινωνίας, ο οποίος είναι μερικές τάξεις μεγέθους μεγαλύτερος από ό,τι μπορούν να αποτυπώσουν οργανωμένες ιδεολογικές δομές, όπως τα πολιτικά κόμματα. Πιάνει κανείς τις πολιτικές απόψεις πάνω σε συγκεκριμένα θέματα αναζητώντας τις κοινωνικές τομές, ας πούμε, και διαπιστώνει ότι οι τομές δεν είναι εκεί που νομίζαμε, και δεν είναι ούτε όσες νομίζαμε ότι είναι. Χωρίζονται οι Έλληνες σε φιλοευρωπαίους και αντιευρωπαίους; Οπωσδήποτε. Αλλά ταυτόχρονα χωρίζονται και ανάλογα με το αν θέλουν μεγάλο ή μικρό κράτος, μια τομή η οποία δεν συμπίπτει καθόλου με την άλλη. Ταυτόχρονα χωρίζονται και ανάλογα με το τι πιστεύουν για τη μετανάστευση, ας πούμε, που είναι άλλη τομή, διαφορετική, που δεν συμπίπτει με καμία από τις προηγούμενες. Διαχρονικά νομίζαμε ότι στη χώρα μας υπάρχει ένα ιδεολογικό ρήγμα, από τη μία οι “προοδευτικοί” από την άλλη οι “παραδοσιακοί” (ή όπως αλλιώς θέλει να τους χαρακτηρίσει κανείς) οι οποίοι τσακώνονται από καταβολής κράτους για το πώς πρέπει να είναι η Ελλάδα, σύμφωνα και με τον “πολιτισμικό δυισμό” που έχει περιγράψει ο Νικηφόρος Διαμαντούρος. Τώρα φαίνεται ότι κάποιοι παράγοντες (η εμφάνιση των social media και ο κατακλυσμός της διαθέσιμης πληροφορίας μπορεί να είναι δύο από αυτούς) προκάλεσαν μια έκρηξη που κατακερμάτισε τα δυο μεγάλα κομμάτια σε εκατοντάδες, ή σε χιλιάδες. Ή σε εκατομμύρια.

Στην τελευταία μεγάλη έρευνα “Τι Πιστεύουν Οι Έλληνες” της διαΝΕΟσις διατυπώσαμε δεκάδες ερωτήσεις πάνω σε διάφορα σημαντικά θέματα που απασχολούν τους πολίτες, σε πανελλαδικό δείγμα 1250 ατόμων. Μόνο το πρώτο μέρος της έρευνας είχε 90 ερωτήσεις. Όπως είναι προφανές, σε κάθε ερώτηση υπήρχε μια απάντηση που επέλεγε η πλειοψηφία των ερωτηθέντων. Από αυτές τις πλειοψηφίες αναδεκνύονταν απόψεις και ιδέες που, απ’ ό,τι φαίνεται, κυριαρχούν στην κοινωνία. Για παράδειγμα η πλειοψηφία των Ελλήνων δηλώνουν ότι πιστεύουν στο Θεό, ότι διαφωνούν με την αποποινικοποίηση της χρήσης ινδικής κάναβης, ότι καλώς είμαστε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι κακώς μπήκαμε στην ευρωζώνη και ότι “υπάρχουν μυστικές οργανώσεις που δρουν στο παρασκήνιο και κινούν τα νήματα”. Θέλησα να κάνω το εξής πείραμα: να βρω πόσοι από τους 1250 συμφωνούν με την άποψη της πλειοψηφίας σε όλες τις ερωτήσεις. Να αποκτήσω μια εικόνα για το πόσοι είναι τέλος πάντων οι “μέσοι Έλληνες”. Στάθηκε αδύνατον.

Με τη βοήθεια των ερευνητών που διεξήγαγαν την έρευνα, αρχίσαμε να κοιτάζουμε μία μία τις ερωτήσεις. Στην πρώτη, ας πούμε, είχαμε ζητήσει από τους ερωτηθέντες να μας πουν αν αποτιμούν τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θετικά ή αρνητικά. Η πλειοψηφία, 845 από τους 1250, απάντησαν “θετικά” ή “μάλλον θετικά”. Στη δεύτερη ερώτηση ρωτήσαμε να μας πουν αν συμφωνούν με μια από δυο φράσεις, και οι περισσότεροι απάντησαν ότι συμφωνούν με το “η Ε.Ε. αποτελεί πρόοδο και είναι αναγκαία η παραμονή της Ελλάδας σε αυτήν”. Από τους 845 που αποτελούσαν την πλειοψηφία στην πρώτη ερώτηση, οι 724 απάντησαν όπως η πλειοψηφία και στην δεύτερη. Στην επόμενη ερώτηση 640 από αυτούς τους 724 απάντησαν όπως η πλειοψηφία (ότι συμφωνούν πως πρέπει να μείνουμε στο ευρώ). Στην επόμενη ερώτηση, όμως, μόνο 192 από αυτούς τους 640 συμφώνησαν με την πλειοψηφική άποψη (ότι δεν έπρεπε να έχουμε μπει στην ευρωζώνη). Από αυτούς, οι 179 απάντησαν όπως η πλειοψηφία και στην ερώτηση για το αν σε 10 χρόνια η Ελλάδα θα εξακολουθεί να είναι μέλος της Ε.Ε. (“ναι”). 170 απάντησαν όπως η πλειοψηφία και στην επόμενη. 91 και στην επόμενη. 23 και στην επόμενη.

Όταν πια είχαμε φτάσει στη 14η ερώτηση, είχε μείνει μόνο ένας. Ή μία. Ένας ή μία από τους 1250 είχε απαντήσει όπως η πλειοψηφία και στις 14 πρώτες ερωτήσεις που κοιτάξαμε. Κι όταν, πια, φτάσαμε στη 17η ερώτηση, αυτή για τη νομιμοποίηση της ινδικής κάναβης, κι αυτός ή αυτή έφυγε. Η πλειοψηφία διαφωνούσε, αυτός ή αυτή όχι. Κι έτσι δεν έμεινε κανένας.

Από τους 1250 ερωτηθέντες κανένας δεν απαντά όπως “ο μέσος Έλληνας” και στις 90 ερωτήσεις. Κανένας δεν απαντά όπως “ο μέσος Έλληνας” ούτε καν σε 17 από τις ερωτήσεις.

Αυτό είναι ένα φαινόμενο που το βλέπουμε κάθε μέρα. Τα θέματα που συζητάμε είναι τόσο πολλά και οι απόψεις τόσο πολυάριθμες που είναι σχεδόν αδύνατο πλέον να εμφανιστούν συμπαγή ιδεολογικά ρεύματα, ή έστω μεγάλες ομάδες ανθρώπων που συμφωνούν μεταξύ τους σε όλα, ή, έστω, σε πολλά. Θα έλεγε κανείς ότι δεν υπάρχουν πια καν στιβαρές “ιδεολογίες”, μόνο αδρά θεωρητικά κολάζ απόψεων με τα οποία ελάχιστοι συμφωνούν πλήρως. Στην πράξη αυτό μεταφράζεται σε σχεδόν δέκα εκατομμύρια ξεχωριστές ιδεολογικές ταυτότητες, που συναρμολογούνται επιλέγοντας απόψεις από ένα καλάθι σχεδόν απειράριθμων επιλογών. 

Δεν το γράφω για κακό. Δεν είναι απαραίτητα κακό. Δεν είναι καν τοπικό φαινόμενο -είναι κοινό και καλά καταγεγραμμένο όπου υπάρχει ίντερνετ. Το πρόβλημα είναι ότι μία τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να εκπροσωπείται από πολιτικές δομές που ακόμα νομίζουν ότι εκφράζουν συμπαγή ιδεολογικά μπλοκ. Υπάρχει μια σοβαρή δυσαρμονία εδώ -εκατομμύρια ψηφοφόροι που ο καθένας έχει εντελώς δική του κοσμοθεωρία και μια χούφτα κόμματα με την ιδεολογική ταυτότητα των οποίων δεν συμφωνεί απολύτως και σε όλα τα θέματα σχεδόν κανείς -ούτε καν τα μέλη τους. Πώς διαχειρίζεται κάποιος μια τέτοια ιδεολογική σαλάτα σε μια κοινωνία; Υπάρχουν δύο τρόποι, αλλά μόνο ο ένας είναι βιώσιμος: η επικράτηση της κουλτούρας του συμβιβασμού και της συναίνεσης. Η προσέγγιση του “θα τα βρούμε”. Η συνειδητοποίηση ότι κανένα “πολιτικό κόμμα” με την παραδοσιακή έννοια δεν πρόκειται πια να εκφράσει απόλυτα το 40% του ελληνικού πληθυσμού -ή, πιθανότατα, ούτε καν το 10%- και ότι για να επιτευχθούν πλειοψηφίες ώστε να υποστηριχθούν πολιτικά προγράμματα και μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να διαμορφωθούν συμμαχίες ανθρώπων που διαφωνούν σε διάφορα πράγματα, ενίοτε πολύ σημαντικά.

Εμείς φαίνεται ότι προς το παρόν επιλέγουμε τον άλλο τρόπο, της περιχαράκωσης και της πόλωσης. Μαζεύονται αυτοί που συμφωνούν για το Α και τσακώνονται με αυτούς που θέλουν το Β, μέχρι που αυτοί που συμφωνούν για το Α διαπιστώνουν ότι διαφωνούν για το Γ, οπότε χωρίζονται και τσακώνονται γι’ αυτό, και ούτω καθεξής, με αποτέλεσμα κανένας να μην μπορεί να συνυπάρξει με κανέναν και στο τέλος να νικάνε οι πιο αμοραλιστές, αυτοί που είναι έτοιμοι να πουν ότι συμφωνούν με οτιδήποτε και δεν τους ενδιαφέρει να κάνουν τίποτε, πέρα απ’ το να νικήσουν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ