ΕΛΛΑΔΑ

Νίκος Μούγιαρης, ένας αυτοδημιούργητος ηγέτης, προσηλωμένος στην πατρίδα

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

O Νίκος Μούγιαρης (1945-2019) έκανε πράξη το όραμά του για ένα πιο αποτελεσματικό ελληνοαμερικανικό λόμπι με την ίδρυση του HALC.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Ο Νίκος Μούγιαρης, που έφυγε από τη ζωή πριν από μία εβδομάδα, σε ηλικία 74 ετών, ήταν η επιτομή του αμερικανικού ονείρου. Φτωχό παιδί, από την Αθηένου της Κύπρου, που πήγε στην Αμερική σε ηλικία 19 ετών, σπούδασε, δημιούργησε επιχειρήσεις, πέτυχε, έβγαλε χρήματα, ανέπτυξε έντονη δράση στην ομογένεια και ιδιαίτερα για την προβολή των εθνικών θεμάτων. Και όμως όσοι είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε δεν θα τον περιγράφαμε ως επιχειρηματία ή πλούσιο, αλλά ως φιλάνθρωπο και ευεργέτη, όχι ως μέλος του ελληνικού λόμπι, αλλά ως πατριώτη.

Ηταν πάντα στην πρώτη γραμμή κάθε προσπάθειας του ελληνισμού της Αμερικής. Διακρινόταν για την ταπεινότητά του. Δούλευε πολύ, συνήθως αθόρυβα. Ακόμη και αν δεν τον έβλεπες στο προσκήνιο, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι χωρίς να το δημοσιοποιήσει, είχε δώσει χρήματα για να βοηθήσει μεμονωμένα άτομα, να στηρίξει ευρύτερες πρωτοβουλίες. Με πλούσιο φιλανθρωπικό έργο, είχε προβεί σε πολλές και σημαντικές δωρεές. Από τη δεκαετία του ’90 πρωτοστατούσε επίσης στην οικονομική ενίσχυση υποψηφίων για όλα τα πολιτικά αξιώματα –κυβερνήτη, γερουσιαστή, βουλευτή, δήμαρχο– στο στέκι του ελληνισμού στην Αστόρια, στην ταβέρνα «Βράκα».

Πονούσε την πατρίδα του, την Κύπρο. Ηθελε να τη δει απελευθερωμένη από τα τουρκικά στρατεύματα και επανενωμένη. Και αγαπούσε την Ελλάδα, την οποία ήθελε να δει να ξεπερνά την κρίση και να ξαναπατάει στα πόδια της, βασιζόμενη στο πολύ σπουδαίο ανθρώπινο δυναμικό που έλεγε πάντα ότι διαθέτει.

Οι προθέσεις του ήταν αγνές, η προσφορά του πραγματική και οι προτάσεις του ρεαλιστικές. Πίστευε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει υπερδύναμη στη μεσογειακή διατροφή, στον τουρισμό, στην εκκόλαψη νέων τεχνολογιών, στην παραγωγή πράσινης ενέργειας. Σε συνέντευξή του στην «Κ» πριν από μερικά χρόνια έλεγε χαρακτηριστικά: «Δεν θέλει ο ελληνικός λαός να ακούει από εμάς ότι οι απόδημοι ή οι ξένοι δεν θα έλθουν να επενδύσουν λόγω υψηλών φόρων ή ακατάλληλης νομοθεσίας. Αυτά να τα λέμε στην κυβέρνηση. Αυτό που θέλει να ακούσει είναι πως με την καθοδήγησή μας μπορεί να δημιουργήσει μικροεπιχειρήσεις και θέσεις εργασίας με ό,τι υπάρχει ήδη στην Ελλάδα: εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό που διψά να δουλέψει και να δημιουργήσει, μια απίστευτη γη που μπορεί να θρέψει πολλούς ανθρώπους στον κόσμο με μεσογειακή διατροφή, μια πανέμορφη χώρα με πολιτισμό, αλλά και θάλασσα και ήλιο, που μπορεί να γίνει τουριστική υπερδύναμη, που μπορεί με την κατάλληλη καθοδήγηση να αναπτύξει τεχνολογίες... Οι πιο πολλοί είμαστε αυτοδημιούργητοι. Δημιουργήσαμε μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις από το μηδέν. Επομένως ξέρουμε. Πρέπει όμως να καταλάβουμε ότι ο λόγος που πετύχαμε δεν είναι μόνο ότι δουλέψαμε σκληρά, ότι είμαστε έξυπνοι ή τυχεροί, είναι και ότι κάποιοι μας βοήθησαν: γονείς, δάσκαλοι, σχολεία, πατρίδα. Εάν το ενστερνιστούμε αυτό, τότε θα νιώσουμε ότι χρωστάμε στη χώρα και στον συνάνθρωπο σε ώρα ανάγκης. Οταν ξαναθυμηθούμε τα λόγια του Περικλή στον “Επιτάφιο”, ότι “το σημαντικό δεν είναι τα μνημεία που αφήνουμε πίσω, αλλά οι ψυχές και τα πλάσματα που αγγίζουμε”».

Ο αγαπημένος του ποιητής ήταν ο Οδυσσέας Ελύτης. Γι’ αυτό και χρηματοδότησε την Εδρα Ελληνικών Σπουδών Ελύτη στο Πανεπιστήμιο Rutgers, από το οποίο είχε λάβει μεταπτυχιακό μετά τις σπουδές χημικού μηχανικού.
Λίγα χρόνια μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, το 1975, ίδρυσε την εταιρεία παραγωγής καλλυντικών Mana Products, με κεφάλαιο 6.000 δολαρίων που δανείσθηκε από τον αδερφό του. Η εταιρεία εξελίχθηκε σε μία από τις κορυφαίες του χώρου στον κόσμο.

Μεταξύ των πολλών σημαντικών στιγμών της ζωής του, ξεχωρίζουν η δημιουργία το 1985 παιδικού σταθμού στη γενέτειρά του, την Αθηένου, η βράβευσή του το 1993 με το Βραβείο Ελευθερίας από την Παγκόσμια Συντονιστική Ενωση Κυπριακού Αγώνα, όπως και η επιβράβευση της προσωπικής του διαδρομής με το Μετάλλιο της Τιμής του Ellis Island, το 1997. Παρά τη συμμετοχή του σε πολλές ομογενειακές οργανώσεις, ήταν απογοητευμένος από την αδυναμία της ελληνοαμερικανικής κοινότητας να αξιοποιήσει την οικονομική ισχύ της και την αισθητή παρουσία της στην ακαδημαϊκή κοινότητα της Αμερικής υπέρ της Ελλάδας και της Κύπρου.

Ηθελε να αναγεννηθεί ο ελληνισμός, να υπάρξει ένα πραγματικά παραγωγικό και αποτελεσματικό ελληνοαμερικανικό λόμπι στην Ουάσιγκτον, που, αντί για εκδηλώσεις και φωτογραφίες, θα εστίαζε σε εις βάθος ανάλυση των δεδομένων –μιλούσε για μια δυνατή ελληνοαμερικανική δεξαμενή σκέψης– ουσιαστική επιρροή μέσω προσβάσεων στα κέντρα εξουσίας και συνεργασίες με άλλους δυνατούς παίκτες.

Ευθύτητα και αγωνία

Δεν έμεινε στα λόγια. Μιλούσε συνεχώς για αυτή την αναγκαιότητα, πίεζε, έδινε χρήματα. Τελικά ίδρυσε το 2012 το Συμβούλιο Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC), που κινείται αποτελεσματικά αντλώντας διδάγματα από την επιτυχή εμπειρία της εβραϊκής κοινότητας.

Το 1994 έγινε μέλος του Leadership 100, της οργάνωσης ομογενών που συνεισφέρουν άνω των 100.000 δολαρίων για τη στήριξη της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας. Ωστόσο, αυτό δεν τον απέτρεψε από το να μιλάει τη γλώσσα της αλήθειας, ακόμη και για την Εκκλησία: «Το μόνο οργανωμένο ίδρυμα της διασποράς· φθίνει και αυτή. Αν και θεματοφύλακες της ελληνικής γλώσσας και παιδείας, προτιμούν να κλείνουν σχολεία και να χτίζουν μεγαλοπρεπείς εκκλησίες».

Από τις πολλές και συχνές συναντήσεις μας, κυρίως στην Ουάσιγκτον και στη Νέα Υόρκη, αλλά και στη Λευκωσία και στην Αθήνα, αυτό που έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη είναι η αγωνία του για το μέλλον του ελληνισμού και η προτροπή του «να εργασθούμε όλοι μαζί, ο καθένας στον τομέα του, για να βοηθήσουμε την Ελλάδα και την Κύπρο». Η τελευταία ανακοίνωση του HALC, της οργάνωσης που αφήνει πίσω του ως μία από τις πολλές παρακαταθήκες του ο Νίκος Μούγιαρης, συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο την προσωπικότητα και την προσφορά του: «Ενώ έφθασε στο αποκορύφωμα της αμερικανικής ζωής –στην επιχειρηματικότητα, στη φιλανθρωπία, στην εμπλοκή στα κοινά– έδινε καθημερινά προτεραιότητα στον ελληνισμό. Μια παροιμία λέει ότι “μια κοινωνία μεγαλώνει όταν ηλικιωμένοι άνδρες φυτεύουν δέντρα στη σκιά των οποίων γνωρίζουν ότι δεν θα καθήσουν ποτέ”. Ο Νίκος φύτεψε ολόκληρα δάση».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ