Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Οι «ευθύνες» του Αλέξη Τσίπρα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Καθώς πλησιάζουν οι εκλογές, ο Αλέξης Τσίπρας ετοιμάζει την εικόνα που θέλει να έχουν οι πολίτες γι’ αυτόν πριν φθάσουμε στις κάλπες. Την Πέμπτη το βράδυ, σε κοινή συνέντευξη Τύπου με την Αγκελα Μέρκελ στο Μέγαρο Μαξίμου, η πρώτη ερώτηση ήταν από δημοσιογράφο της ΕΡΤ και απευθύνθηκε προς τον κ. Τσίπρα. Οταν η καγκελάριος της Γερμανίας είχε επισκεφθεί την Αθήνα το 2014, σημείωσε ο δημοσιογράφος, ο κ. Τσίπρας στήριζε τις διαδηλώσεις εναντίον της κ. Μέρκελ. «Σήμερα την υποδέχεστε... Τι έχει αλλάξει στη σχέση σας;». Ο πρωθυπουργός φάνηκε έτοιμος να ανταποκριθεί. Η απάντησή του στόχευε, πρώτον, να εξηγήσει την παλιότερη στάση του χωρίς να την απορρίπτει, δεύτερον, να παρουσιαστεί ως ώριμος και υπεύθυνος πολιτικός.

«Στήριζα τις διαδηλώσεις και το πρώτο διάστημα που ήμουν πρωθυπουργός, και τις στήριζα έμπρακτα, διεκδικώντας μια προοπτική ενός προγράμματος βιώσιμου, μια προοπτική ενός προγράμματος που θα έδινε τη δυνατότητα στην Ελλάδα να βγει από την κρίση χωρίς τη βάσανο μιας λιτότητας που δεν θα έδινε ελπίδα και προοπτική», είπε ο κ. Τσίπρας. Τότε, στη διεκδίκηση της «ελπίδας και της προοπτικής», οι αντίπαλοι πολιτικοί και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παρουσιάζονταν ως εχθροί που ήθελαν μόνο το κακό των Ελλήνων, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, οι ΑΝΕΛ και άλλες «αντισυστημικές δυνάμεις», όπως η Χρυσή Αυγή, παρουσίαζαν «εαυτές» ως πατριώτες και σωτήρες.

Οταν βρέθηκε ο ίδιος να κυβερνά, ο κ. Τσίπρας συνέχισε την εκστρατεία που είχε αρχίσει στην αντιπολίτευση, σε συστράτευση όχι μόνο με τον Καμμένο αλλά και με τον Βαρουφάκη, τον Λαφαζάνη, την Κωνσταντοπούλου και πολλά άλλα μέλη ενός άκρως ετερόκλητου θιάσου, που τον ένωνε η επιπόλαιη απόρριψη της προσπάθειας ανάκαμψης της χώρας. Ο κ. Τσίπρας, όμως, κατάλαβε ότι βρισκόταν σε αδιέξοδο. «Θέλω να μιλήσω και σε προσωπικό επίπεδο», συνέχισε προχθές. «Οταν είσαι στη θέση του πρωθυπουργού είσαι υποχρεωμένος να εκπροσωπείς όλους τους πολίτες της χώρας, όλους τους Ελληνες και τις Ελληνίδες», είπε. «Η θέση αυτή είναι μια θέση που σε γεμίζει ευθύνη προκειμένου να βρεις την καλύτερη δυνατή λύση προς όφελος όλων όσους εκπροσωπείς. Εκπροσωπείς και αυτούς που διαδηλώνουν και αυτούς που φοβούνται τις διαδηλώσεις, εκπροσωπείς και αυτούς που είναι άνεργοι και αυτούς που έχουν εργασία και φοβούνται μη χάσουν την εργασία τους, γιατί είναι επισφαλής, και αυτούς που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, αλλά και αυτούς που έχουν ενδεχομένως το υστέρημα μιας ζωής, κάποιες καταθέσεις σε τράπεζα, και φοβούνται ότι η χρεοκοπία θα τους οδηγήσει στον όλεθρο».

Ουδείς μπορεί να διαφωνήσει με αυτή τη διαπίστωση. Μπορούμε, όμως, να αναρωτηθούμε εάν είναι μόνο θέμα «αυταπάτης» και ανωριμότητας που ο κ. Τσίπρας δεν αναγνώριζε ότι και οι προηγούμενες κυβερνήσεις (και οι πολιτικοί των «συστημικών» κομμάτων που έγιναν θήραμα του κάθε «αγανακτισμένου» στους δρόμους) αγωνιούσαν και πάσχιζαν να κάνουν ό,τι μπορούσαν για το σύνολο των πολιτών; Μήπως είναι απόδειξη κυνισμού; Μπορεί να υπάρχει «αυταπάτη», όταν κάθε σοβαρός πολιτικός και κάθε σοβαρός δημοσιογράφος προειδοποιούσε για τους κινδύνους της πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ;

«Είσαι υποχρεωμένος όταν έχεις αυτή τη βαριά ευθύνη –συνέχισε ο πρωθυπουργός– εκτός από το να διεκδικείς το δίκιο σου, να βρίσκεις και τον δρόμο τον ρεαλιστικό ώστε η συνισταμένη να είναι επωφελής για όλους όσους εκπροσωπείς. Αυτή είναι μια δύσκολη συνθήκη στην οποία βρίσκεται –πιστεύω– κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από την πολιτική και ιδεολογική του τοποθέτηση, όταν αναλαμβάνει μεγάλες και σημαντικές ευθύνες». Εδώ, πάλι, δεν μπορεί να διαφωνήσει κάποιος. Ο κ. Τσίπρας, ωστόσο, γνωρίζει ότι δεν θα βρισκόταν στην εξουσία, παρέα με τον Καμμένο, εάν είχε πολιτευθεί με γνώμονα τη «βαριά ευθύνη» την οποία επικαλείται. Ασφαλώς η χώρα θα ήταν διαφορετική εάν όλα τα κόμματα –στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση– συμμερίζονταν αυτή την ευθύνη. Η διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όμως, βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην καλλιέργεια εντάσεων με πολιτικούς αντιπάλους, στην εξυπηρέτηση της δικής τους πολιτικής πελατείας, στην προσπάθεια να υπονομεύσουν τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, ακολούθησαν τις χειρότερες πρακτικές του παρελθόντος με δικαιολογία την ερώτηση: «Και οι άλλοι, καλύτεροι ήταν;».

Από την προηγουμένη της επίσκεψης Μέρκελ, πάντως, φάνηκε ότι ο κ. Τσίπρας προετοίμαζε την εικόνα του. Οταν σε τηλεοπτική συνέντευξη ερωτήθηκε «Είχατε μιλήσει για αυταπάτες, “mea culpa”, τι θα λέγατε γι’ αυτό;», απάντησε: «Δεν τα πήγα πολύ καλά στις επιλογές προσώπων». Και μετά προσέθεσε: «Αλλά έχω πάρει τα μαθήματά μου». Εν ολίγοις, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, εάν υπάρχουν ευθύνες στη θητεία του αυτές οφείλονται είτε σε αυταπάτες (ήταν θύμα άστοχων εκτιμήσεων δηλαδή, έστω και του ιδίου), είτε στο ότι δεν γνώριζε ότι έπρεπε να εκπροσωπεί όλους τους Ελληνες, είτε επειδή κάποιοι που επέλεξε για να κυβερνήσουν μαζί του τον απογοήτευσαν. Ο πρωθυπουργός μάς είχε προετοιμάσει από το 2016 ότι και όταν αναλαμβάνει τις ευθύνες του επιχειρεί να ξεφύγει απ’ αυτές, να φανεί ότι αυτός έκανε ό,τι καλύτερο, αλλά άλλοι παράγοντες τον ανάγκασαν να πράξει όπως έπραξε. «Μπορείτε να μας κατηγορήσετε για αυταπάτες, όχι ότι δεν τιμήσαμε την εντολή και είπαμε ψέματα», είχε πει τότε στη Βουλή.

Ο πρωθυπουργός είναι, αν μη τι άλλο, σταθερός στον τρόπο που δικαιολογεί όσα κάνει ή δεν κάνει. Το ερώτημα είναι εάν οι ψηφοφόροι θα κρίνουν τα λόγια ή τις πράξεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ