ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 2018 το Λούβρο είδε την επισκεψιμότητά του να εκτοξεύεται, χάρη στα γυρίσματα του τελευταίου βιντεοκλίπ της Αμερικανίδας σταρ.

Νεαρά κορίτσια με διαφορετικό χρώμα δέρματος χορεύουν με φόντο τη μεγαλειώδη «Στέψη του Ναπολέοντα» (Jacques-Louis David, 1807). Mπροστά από το «Πορτρέτο της μαντάμ Ρεκαμιέ» (Jacques-Louis David, 1800), δύο μαύρες γυναίκες κάθονται στο πάτωμα ντυμένες υπηρέτριες, με την πλάτη γυρισμένη η μία στην άλλη. Αποικιοκρατία, χειραφέτηση, φυλετικές διακρίσεις, η δύναμη της τέχνης, τα διαχρονικά δείγματα της αισθητικής της. Ο Jay Z και η Beyoncé πρωταγωνιστές, η Μόνα Λίζα, η Νίκη της Σαμοθράκης και άλλα αριστουργήματα, μέρος του κάδρου. Τι συμβαίνει όταν ένα μουσείο όπως το Λούβρο γίνεται το σκηνικό του βιντεοκλίπ της πιο επιδραστικής σταρ της μουσικής βιομηχανίας; Και με ποιους τρόπους «εξαργύρωσε» τη συμμετοχή του σε αυτό (πρόκειται για το «Apeshit», που έχει ήδη ξεπεράσει τις 150 εκατ. προβολές στο ΥouTube);

Κατ’ αρχάς με ρεκόρ εισιτηρίων. Σύμφωνα με τον Jean-Luc Martinez, διευθυντή του παριζιάνικου μουσείου, συνολικά 10,2 εκατ. άνθρωποι το επισκέφθηκαν το 2018, δηλαδή 25% περισσότεροι σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Για το γεγονός μάλιστα ότι διατήρησε υψηλή επισκεψιμότητα στις νεαρές ηλικίες –πάνω από το 50% των ανθρώπων που περιηγήθηκαν στις αίθουσές του ήταν κάτω των 30 ετών–, η συμβολή του βιντεοκλίπ θεωρήθηκε καταλυτική. Αυτή τη φιλοσοφία υπηρετεί και ένα καινούργιο «προϊόν» του μουσείου, το οποίο δημιουργήθηκε μετά το λανσάρισμα του «Apeshit» και έχει μεγάλη διείσδυση στο νεότερο σε ηλικία κοινό. Πρόκειται για τη θεματική περιήγηση «Ο Jay Z και η Beyoncé στο Λούβρο», διάρκειας μιάμισης ώρας, η οποία υποδεικνύει στους επισκέπτες, ένα προς ένα, τα 17 έργα τέχνης που παρελαύνουν στα καρέ του μουσικού βίντεο. Να ένας ενδιαφέρων και σίγουρα ποπ τρόπος για να φέρεις τον κόσμο κοντά στην τέχνη.


Επισκέπτες φωτογραφίζουν τη «Στέψη του Ναπολέοντα». (Φωτογραφία: REUTERS/Charles Platiau)

«Το Μουσείο Δελφών και το Μουσείο του Λούβρου έχουν αναπτύξει μια ειδική συνεργασία τα τελευταία χρόνια, εξ ου και γνωρίζω από τον ίδιο τον Jean-Luc Martinez ότι απώτερος σκοπός του ήταν η προσέλκυση ενός κοινού –κυρίως νεανικού– που υπό άλλες συνθήκες δεν θα το είχε ποτέ επισκεφθεί. Υπό αυτήν την έννοια το Λούβρο φαίνεται ότι επιτέλεσε τον στόχο του», σημειώνει η κ. Αθανασία Ψάλτη, αρχαιολόγος-προϊσταμένη Εφορείας Αρχαιοτήτων Φωκίδος. «Όμως, ακόμη και αν το κίνητρο της επίσκεψης έδωσε τελικά η πολύχρωμη και εντυπωσιακή παρουσία μιας υπερπροβεβλημένης καλλιτέχνιδος στη σκάλα Daru του Λούβρου, στην κορυφή της οποίας στέκει το περικαλλές πάλλευκο άγαλμα της Νίκης της Σαμοθράκης, το ερώτημα είναι ποια ήταν η τελική εμπειρία του επισκέπτη από την υπέροχη γυμνότητα του ανεμιζόμενου ενδύματος του γλυπτού. Και αν ναι, πώς μεταφράστηκε αυτή η εμπειρία σε έμπρακτη διάδοση των ιδεών του μουσείου και εν τέλει σε στάση ζωής του επισκέπτη – δεδομένα σαφώς ωφελιμότερα για κάθε πολιτιστικό οργανισμό από το πρόσκαιρο οικονομικό κέρδος».

Ένα μουσείο οφείλει να επανεφευρίσκει τον εαυτό του. Να επιχειρεί ανοίγματα, να τολμά, να πειραματίζεται με δράσεις που ενισχύουν τον ρόλο του στην κοινωνία. Και να προσελκύει επισκέπτες φυσικά, που είναι επίσης ένα βασικό ζητούμενο. Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσε ένα ελληνικό μουσείο, προκειμένου να προχωρήσει σε άνοιγμα σε ένα ευρύτερο κοινό, να υιοθετήσει πιο «φανταχτερές» πρακτικές; «Το Λούβρο συγκροτήθηκε ως μουσείο με συγκεκριμένη ιδεολογία και την λογική της συγκέντρωσης θησαυρών, με στόχο την επίδειξη της ισχύος του κατόχου. Ένα τέτοιο μουσείο μπορεί να έχει να επιδείξει αριστουργήματα, τoυ λείπει όμως το πραγματικό ιστορικό συμφραζόμενο και οι συνάφειες των αντικειμένων με αποτέλεσμα να πρέπει συνεχώς να επινοούνται αφηγήματα», λέει η Αγγελική Κοτταρίδη, αρχαιολόγος-προϊσταμένη Εφορείας Αρχαιοτήτων Ημαθίας. «Όταν αυτό το ιστορικό συμφραζόμενο υπάρχει, όπως συμβαίνει κατά τεκμήριο στα δικά μας μουσεία, δεν χρειάζεται οι ενέργειες προβολής να είναι τόσο εκκωφαντικές.

Σε ένα βιντεοκλιπ διασημοτήτων, με στόχο απλά και μόνον την αύξηση των επισκεπτών, εμείς αντιπροτείνουμε τη δράση “η ανασκαφή ως έκθεμαçπου δίνει στον επισκέπτη τη δυνατότητα της μέθεξης στη γοητεία της ανακάλυψης, αλλά και σε αυτή καθαυτή την ερευνητική διαδικασία που οδηγεί στην ανάγνωση της ιστορίας μέσα στο χώμα. Από την άλλη τα διάσπαρτα σε όλη τη χώρα μουσεία μας μπορούν, καλλιεργώντας την ιδιοπροσωπία τους  και επιδιώκοντας την όσμωση με τις δρώσες καλλιτεχνικές δυνάμεις της περιοχής, να γίνουν ουσιαστικά κύτταρα παραγωγής πολιτισμού, όπως το πετύχαμε με το Βυζαντινό μουσείο της Βέροιας που μετά από ένα συστηματικό πρόγραμμα εικαστικών δράσεων (14 περιοδικές εκθέσεις σε τρία χρόνια) με τη συμμετοχή σύγχρονων καλλιτεχνών, έγινε σημείο αναφοράς και στέκι των φιλότεχνων της πόλης...».

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ