Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κατερίνα Παπακώστα: Πουά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Υπάρχουν οι τέσσερις βουλευτές που ψήθηκαν τέσσερα χρόνια στον κλίβανο των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ – τόσο ώστε να δικαιολογούνται που δεν μπορούν τώρα να ξεκολλήσουν από το φύραμα. Υπάρχει και ο Δανέλλης, που έχει το άλλοθι της πολιτικής καταγωγής του: Ηταν στον Συνασπισμό και με τον Συνασπισμό είχε διαμορφώσει την άποψή του για το Μακεδονικό, που τώρα λέει ότι βαραίνει στη στάθμισή του σαν πρόβλημα όλων των προβλημάτων – και σαν ηθικοπολιτικό πλυντήριο όλων των πεπραγμένων της κυβέρνησης.

Ομως στην έκτη από τους αδέσποτους βουλευτές, που κατέστησαν εφικτή τη νέα, πουά πλειοψηφία, ποιο πολιτικό ελαφρυντικό μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει; Ποιο κίνητρο νομιμοποιεί τη μεταπήδηση της Κατερίνας Παπακώστα από την αξιωματική αντιπολίτευση στα υπουργικά έδρανα μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και νεοφώτιστων;

Αν ήθελε κανείς, πέρα από τα προσωπικά ελατήρια, να αναζητήσει τις πολιτικές συνθήκες που επέτρεψαν αυτή την εντελώς ασυνήθιστη μετακίνηση, θα μπορούσε να επικαλεστεί την παλαιά ώσμωση της συριζαϊκής Αριστεράς με έναν κλάδο της συντηρητικής παράταξης που είχε από την αρχή αντιμνημονιακές ροπές. Αυτός ο κλάδος έφτασε σε ορισμένες εκδοχές του να ενσωματωθεί στο σύστημα εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ, πολύ πριν η Παπακώστα ανακαλύψει ότι έτρεφε τάχα καραμανλική ψυχή που της υπαγόρευε να μεταγραφεί από τη Νέα Δημοκρατία στον αντίπαλό της.

Η Παπακώστα φαίνεται έτσι σαν να μην είναι μόνη. Φαίνεται σαν να εντάσσεται στην ημιανεπίσημη συνιστώσα της τσιπρόφιλης Δεξιάς. Κι όμως, καμία από τις κεφαλές αυτής της συνιστώσας δεν είχε κληθεί να επωμιστεί το κόστος της συμμαχίας, γιατί κανείς δεν διαθέτει ψήφο στη Βουλή. Αυτή η ιδιαιτερότητα εξέθεσε, λένε, την υφυπουργό στις πιέσεις του (πρώην) εκλογικού της ακροατηρίου. Η παραίτηση, από την οποία, καμμενοπρεπώς, ξεπαραιτήθηκε αντανακλά τον κλονισμό της, που, πάντως, δεν αποδείχθηκε αρκετά ισχυρός για να κάμψει τη βούλησή της να κρατήσει το χαρτοφυλάκιό της.

Η ευπάθεια, πάντως, των βουλευτών που σχηματίζουν τις εναλλασσόμενες πλειοψηφίες –δεδηλωμένης και Πρεσπών– εξηγεί και τη βιασύνη της κυβέρνησης να τελειώνει γρήγορα με τις ψηφοφορίες. Το Μαξίμου ομολογεί έτσι εμμέσως, διά της σπουδής του, ότι η πλειοψηφία του δεν είναι αξιόπιστη. Δεν είναι ούτε πολιτικά ομοιόμορφη ούτε ψυχολογικά σταθερή.

Δεν είναι απίθανο το ενδεχόμενο, το πρωθυπουργικό επιτελείο να μπει στον πειρασμό να διαβάσει την ψήφο παρδαλής εμπιστοσύνης ως ενίσχυσή του. Αν του βγει και η ζαριά των Πρεσπών, μπορεί ο Τσίπρας να πιστέψει ότι αναβαπτίστηκε. Εχει κι άλλες φορές παρασυρθεί από ανάλογες ναρκισσιστικές παρορμήσεις. Τίποτε δεν αποκλείει και αυτή τη φορά να αλλάξει τον σχεδιασμό του πιστεύοντας ότι έχει συγκροτήσει κανονική πλειοψηφία. Να νομίσει ότι έχει κανονική κυβέρνηση, ενώ έχει κυβέρνηση Παπακώστα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ