ΜΟΥΣΙΚΗ

Πολλαπλά άστοχη συναυλία - αφιέρωμα στον Σκαλκώτα

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Με λυρισμό και ακρίβεια απέδωσε ο Αντώνης Σουσάμογλου το δεύτερο Κοντσέρτο για βιολί του Γιώργου Τσοντάκη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Συχνά είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το σκεπτικό μιας εκδήλωσης. Πώς επιλέγονται η θεματολογία, τα έργα και οι καλλιτέχνες, ποια είναι η στόχευση. Η συναυλία της 11ης Ιανουαρίου στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής», συμπαραγωγή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, άφησε αρκετά ερωτήματα.

Πραγματοποιήθηκε μία μέρα μετά τη συνέντευξη Τύπου σχετικά με εκδηλώσεις που προβλέπονται κατά το «Ετος Σκαλκώτα» με αφορμή τη συμπλήρωση εβδομήντα χρόνων από τον θάνατο του συνθέτη και είχε τίτλο: «Σκαλκώτας, Μητρόπουλος, Τσοντάκης, τρεις μεγάλοι Ελληνες συνθέτες». Την ορχήστρα διηύθυνε ο Λέον Μπότσταϊν, μεγαλωμένος στις ΗΠΑ και γεννημένος στη Ζυρίχη από Πολωνοεβραίους γονείς, ενώ το πρόγραμμα της βραδιάς ολοκληρώθηκε με τη σουίτα από την όπερα «Ο ιππότης με το ρόδο» του Ρίχαρντ Στράους. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς μεγαλύτερο ανάθεμα για τον Σκαλκώτα από τα πομπώδη, νοσταλγικά και ήδη στην εποχή τους αναχρονιστικά βαλς του Βαυαρού συνθέτη, ο οποίος είχε ταυτιστεί με το μουσικό και πολιτικό κατεστημένο της εποχής του, στο οποίο αντιτάχθηκαν τόσο ο Σκαλκώτας όσο και ο Μητρόπουλος ως συνθέτης. Καλά διηύθυνε τη μουσική του Στράους ο Μπότσταϊν, αλλά υποθέτει κανείς ότι κλήθηκε κυρίως για τους Ελληνες συνθέτες, κι εκεί φάνηκε να υπάρχει πρόβλημα. Είναι γνωστό ότι δύσκολα αρχιμουσικός, ο οποίος δεν προέρχεται από τα Βαλκάνια, μπορεί να αντιληφθεί τους ρυθμούς και τη μουσικότητα των παραδοσιακών χορών της περιοχής. Ετσι, η ερμηνεία των πέντε από τους «36 Ελληνικούς χορούς» που επιλέχθηκαν για τη βραδιά, αστόχησε, με τον πρώτο από τους «Ηπειρώτικους» να ηχεί βαρύς και άκαμπτος και τον «Χωστιανό» και τον «Κλέφτικο» στην καλύτερη περίπτωση από άνευρους ώς αδιάφορους. Δεν υπήρχε κανείς Ελληνας αρχιμουσικός διαθέσιμος για το επετειακό αυτό «ελληνικό» πρόγραμμα; Κι από το πλούσιο δημιουργικό έργο του Σκαλκώτα ήταν οι πασίγνωστοι αυτοί χοροί η καταλληλότερη επιλογή για την εναρκτήρια συναυλία;

Η βραδιά ξεκίνησε με το αυστηρό «Κοντσέρτο γκρόσο» που έγραψε ο Μητρόπουλος λίγο πριν εγκαταλείψει οριστικά τη σύνθεση. Μέγιστος Ελληνας αρχιμουσικός δίχως αμφιβολία, αλλά μεγάλος συνθέτης με ποιο κριτήριο; Η φούγκα στο τελευταίο μέρος σπάνια παίζεται με ακρίβεια και τη συγκεκριμένη βραδιά δεν συνέβη κάτι διαφορετικό. Ακολούθησε το δεύτερο Κοντσέρτο για βιολί του Γιώργου Τσοντάκη, Αμερικανού συνθέτη ελληνικής καταγωγής, γεννημένου και σπουδαγμένου στις ΗΠΑ, τιμημένου με πολλές διακρίσεις. Αν Μητρόπουλος και Σκαλκώτας μπορούν να ομαδοποιηθούν ως συνομήλικοι, ο κατά δύο γενιές νεότερος Τσοντάκης, γεννημένος μετά τον θάνατο του Σκαλκώτα, με ποιο κριτήριο αποτελεί μέλος της παρέας; Αντί του αναγραφόμενου στο πρόγραμμα βιολονίστα, το ενδιαφέρον Κοντσέρτο του απέδωσε με ευαισθησία και λυρισμό ο Αντώνης Σουσάμογλου, τον οποίο κανείς δεν μπήκε στον κόπο να αναγγείλει…

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ