Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Το Μακεδονικό και το μάτι της βελόνας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δύσκολα θα φανταζόμασταν, πριν από σχεδόν 30 χρόνια όταν άρχισαν οι διαδηλώσεις εναντίον της ονομασίας της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας», ότι το ζήτημα αυτό όχι μόνο θα μας απασχολούσε ακόμη το 2019, αλλά και ότι θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας μας. Ποιος θα περίμενε ότι σήμερα θα γινόταν μαζική διαδήλωση στην πλατεία Συντάγματος εναντίον του «ξεπουλήματος της Μακεδονίας», ενώ λίγο πιο πέρα θα υπήρχε «αντισυγκέντρωση αντιεξουσιαστών», με όλη την άνεση και ευχέρεια ενός παρακράτους που συμβαδίζει με τις κυβερνητικές θέσεις; Μπορούσαμε, τότε, να φανταστούμε ότι η Ρωσία θα παρενέβαινε ωμά στα εσωτερικά μας, ζητώντας δημοψήφισμα για τη συμφωνία των Πρεσπών, και ότι οι μοναχοί του Αγίου Ορους θα ζητούσαν το ίδιο, όπως και ο τέως κυβερνητικός εταίρος Καμμένος;

Κι όμως, θα μπορούσαμε. Αυτά φοβόταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, πρωθυπουργός όταν η σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό του Προέδρου Κωνσταντίνου Καραμανλή αποφάσισε στις 13 Απριλίου του 1992 ότι η Ελλάδα απέκλειε ονομασία της γειτονικής χώρας που θα συμπεριελάμβανε το όνομα «Μακεδονία». Ο Μητσοτάκης φοβόταν ότι οι μαξιμαλιστικές απαιτήσεις της Ελλάδας θα οδηγούσαν σε αδιέξοδο, ότι το πρόβλημα θα διαρκούσε για ακόμη 50 χρόνια, όπως και το Κυπριακό, σύμφωνα με εξαιρετικό περυσινό ρεπορτάζ του Βασίλη Νέδου («Κ», 4 Φεβρουαρίου, 2018). «Θα αποφασίσουμε κάτι ηρωικό», φέρεται να είπε ο Μητσοτάκης, «δίχως καμία διέξοδο». Και προσέθεσε πως «Δεν πρόκειται να βγούμε από το αδιέξοδο ούτε σε πέντε ούτε σε δέκα χρόνια». Ο Μητσοτάκης, όμως, ενέδωσε, και η Ελλάδα υιοθέτησε τη θέση που ανάγκασε επόμενες κυβερνήσεις να προσπαθούν να διαχειριστούν μια ολοένα πιο χαμένη υπόθεση, καθώς η διεθνής κοινότητα αναγνώρισε, σχεδόν σύσσωμη, τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Ετσι, διαδοχικές κυβερνήσεις προτίμησαν να αφήσουν την υπόθεση στα χέρια μεσολαβητή των Ηνωμένων Εθνών (όπως, εξάλλου, και το Κυπριακό). Μπορούσαν να προσποιούνται ότι ενδιαφέρονται για το θέμα χωρίς να συμβιβάζονται. Oι πολίτες συνήθισαν στην ιδέα ότι το «μακεδονικό ζήτημα» μπορούσε να παραμείνει άλυτο αιωνίως, χωρίς συμβιβασμούς.

Σήμερα αναγκαζόμαστε να διαχειριστούμε τις συνέπειες της ατολμίας και της αδράνειας προηγούμενων κυβερνήσεων αλλά και την κυνική κίνηση της τωρινής για να σπείρει διχόνοια και σύγχυση στα κόμματα της αντιπολίτευσης και για να κερδίσει πόντους στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. Ενα σοβαρό θέμα, που απαιτούσε προσεκτικούς χειρισμούς, αντιμετωπίστηκε με τρόπο επιπόλαιο ως προς την ουσία του, αλλά αποτελεσματικό όσον αφορά την ταραχή που προκάλεσε. Τώρα, άνθρωποι που πιστεύουν στην ανάγκη ενός έντιμου συμβιβασμού με τους γείτονες αντιμετωπίζουν το δίλημμα ότι υποστηρίζοντας τη Συμφωνία υποστηρίζουν μια κυβέρνηση που συνεχώς προκαλεί διχόνοια (σε αυτό και σε άλλα ζητήματα). Και όσοι δεν συμφωνούν με τη λύση αυτή βρίσκονται, εκόντες άκοντες, στο ίδιο στρατόπεδο με τους πιο ακραίους εθνικιστές. Στην «Πλατεία» του 2011, ο περιορισμένης επιρροής ΣΥΡΙΖΑ εκμεταλλεύθηκε την οργή για την οικονομική κατάρρευση για να διεισδύσει σε ευρύτερα στρώματα, συνυπάρχοντας και με τη Χρυσή Αυγή. Σήμερα χρησιμοποιεί την οργή για τη συμφωνία των Πρεσπών για να ταυτίσει όλους τους αντιπάλους του με τη Χρυσή Αυγή, θεωρώντας ότι έτσι εξαγνίζει εαυτόν.

Οπως στην οικονομία και στην κοινωνία πέτυχε να συνθλίψει τη μεσαία τάξη, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να εξαφανίσει τον μεσαίο χώρο και από την πολιτική. Ενώ κυβέρνησε με τον Καμμένο επί τέσσερα χρόνια, τώρα κρίνει την «προοδευτικότητα» άλλων με κριτήριο το εάν συνεργάζονται μαζί του! Οι χειρισμοί αυτοί μπορεί να εξασφαλίσουν πρόσκαιρες επιτυχίες και να παρατείνουν τη θητεία της κυβέρνησης λίγο ακόμη, αλλά, προκαλώντας νέα ρήξη, ενθαρρύνοντας τη ριζοσπαστικοποίηση περισσότερων πολιτών, ανοίγουν νέες πληγές στην κοινωνία. Ας αναλογιστούν τις ευθύνες τους και όσοι συνέβαλαν στο να γίνει το «μακεδονικό ζήτημα» το μάτι της βελόνας, από το οποίο η Ελλάδα του 21ου αιώνα πρέπει να περάσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ