ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κορυφή του παγόβουνου για Κίνα

ΡΟΥΜΠΙΝΑ ΣΠΑΘΗ

Στη διάρκεια του 2018 αυξήθηκαν οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων, αλλά σίγουρα δεν έχει καταγραφεί κύμα μαζικών πτωχεύσεων εταιρειών ή τραπεζών. Δεν έχει καταρρεύσει το γουάν, που, αντιθέτως, τείνει να ενισχυθεί τελευταία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πολλά έχουν γραφτεί τελευταία για τις επιπτώσεις των δασμών στην οικονομία της Κίνας. Συχνά δημιουργούν την εντύπωση πως ο σινοαμερικανικός εμπορικός πόλεμος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην επιβράδυνση που σαφώς σημειώνει η ανάπτυξη του ασιατικού οικονομικού γίγαντα. Στην πραγματικότητα, όμως, η Κίνα βρίσκεται προ πολλού σε ένα είδος ιδιότυπης και βραδυφλεγούς κρίσης και αιτία δεν είναι ούτε ο εμπορικός πόλεμος ούτε η γενικότερη επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Είναι οι εγγενείς παθογένειες της οικονομίας της όπως η μεγάλη εξάρτησή της από τον δανεισμό.

Οσο δεν έχουν δοθεί ακόμη στη δημοσιότητα τα στοιχεία για το τέταρτο τρίμηνο, η επικρατέστερη εκτίμηση είναι πως η ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας επιβραδύνθηκε περαιτέρω στο 6,4% από το 6,5% του δεύτερου τριμήνου. Ισως ακόμη περισσότερο στο 6,2%, όπως εκτιμούν οικονομολόγοι της UBS. Και το Πεκίνο έχει ήδη περιορίσει τις φιλοδοξίες του για το 2019, θέτοντας στόχο το 6,2% για το 2019.

Με τα κριτήρια των δυτικών οικονομιών φαίνεται παραδοξολογία και μόνον ο ισχυρισμός ότι η Κίνα βρίσκεται σε κρίση όταν η οικονομία της αναπτύσσεται με αυτούς τους ρυθμούς. Οι ρυθμοί αυτοί ωχριούν, όμως, μπροστά στα διψήφια ποσοστά με τα οποία αυξανόταν το κινεζικό ΑΕΠ επί δεκαετίες και μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Και το θέμα δεν είναι, βέβαια, μόνον ο ρυθμός ανάπτυξης. Την ίδια εντύπωση μιας ακμάζουσας οικονομίας δίνουν σε έναν Ευρωπαίο τα ποσοστά αύξησης των δημόσιων επενδύσεων σε έργα υποδομής, με τις σχετικές δαπάνες να έχουν αυξηθεί κατά 3,7% τον Νοέμβριο.

Επιπλέον, δεν φαίνεται, προς το παρόν, να συμβαίνει στην Κίνα τίποτε από όλα εκείνα με τα οποία είναι συνυφασμένη η έννοια της οικονομικής κρίσης για τον δυτικό κόσμο. Δεν έχουν έως τώρα αναφερθεί μαζικές πτωχεύσεις. Στη διάρκεια του 2018 αυξήθηκαν οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων, αλλά σίγουρα δεν έχει καταγραφεί κύμα μαζικών πτωχεύσεων εταιρειών ή τραπεζών. Δεν έχει καταρρεύσει το νόμισμά της, το γουάν ή άλλως ρέμνιμπι, που αντιθέτως τείνει να ενισχυθεί τελευταία. Μόνον το καλοκαίρι του 2015 είχε βρεθεί σε ελεύθερη πτώση ακολουθώντας την πορεία των κινεζικών χρηματιστηρίων και οδηγώντας σε μαζικές εκροές κεφαλαίων από τη χώρα. Τότε είχε προκαλέσει ρίγη στους οικονομικούς κύκλους της Δύσης, που είχαν αρχίσει να αμφισβητούν τη δυνατότητα του Πεκίνου να ελέγξει την κατάσταση. Το Πεκίνο, όμως, έσπευσε τότε να χορηγήσει άφθονη ρευστότητα στην αγορά, να επιδοτήσει την αγορά μετοχών και να επιβάλει αυστηρότατους περιορισμούς στις κινήσεις κεφαλαίων. Κατόρθωσε, έτσι, να θέσει την κατάσταση υπό έλεγχο.

Δεν μπόρεσε, βέβαια, να ανακόψει επαρκώς τις εκροές κεφαλαίων. Αυτό φάνηκε τον Οκτώβριο με το σκάνδαλο αγοράς ακινήτων στην Ελλάδα από Κινέζους, που με τη χρήση πιστωτικής κάρτας κατόρθωναν να παρακάμψουν τους ελέγχους στις κινήσεις κεφαλαίων. Ενδεχομένως κάτι ανάλογο να έχει συμβεί και σε άλλες χώρες, καθώς οι Κινέζοι εμφανίζονται πρώτοι στις αγορές κατοικιών στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με στοιχεία των αμερικανικών αρχών, πέρυσι αγόρασαν αμερικανικά ακίνητα αξίας άνω των 30 δισ. δολαρίων. Εκτοτε, η κινεζική οικονομία φαίνεται να επανήλθε σε σχετική σταθερότητα, έστω κι αν επιβραδύνεται. Και κάτι ακόμη σημαντικότερο: δεν έχουν αναφερθεί έως τώρα μαζικές απολύσεις ούτε εκτίναξη της ανεργίας. Είναι γεγονός ότι η ηγεσία του ασιατικού οικονομικού γίγαντα επιστρατεύει ένα δίκτυο διαύλων με τους οποίους ελέγχει την οικονομία, τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τα χρηματιστήρια της χώρας. Κληροδότημα, ίσως, της μαοϊκής εποχής, ή ακόμη και ανακλαστικό που καλλιέργησαν οι μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας στην πλατεία Τιενανμέν πριν από τριάντα χρόνια, η αποστροφή του Πεκίνου για κάθε είδους κοινωνική αναταραχή ενθαρρύνει τη χρήση σχεδόν οποιουδήποτε μέτρου μπορεί να διασφαλίσει σταθερότητα.

Χωρίς συνεχή ρευστότητα στις τράπεζες, η οικονομία επιβραδύνεται

Το πρόβλημα της Κίνας είναι κατά κύριο λόγο η υπερβολική εξάρτηση της οικονομίας της από τον δανεισμό και η συνεπακόλουθη υπερχρέωση. Το Πεκίνο προσπαθεί να διασφαλίσει ρυθμούς ανάπτυξης που είναι πρακτικά ανέφικτοι χωρίς τη συνεχή αύξηση του δανεισμού και του χρέους. Αναγκάζεται, έτσι, να χορηγεί συστηματικά ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα προκειμένου να διασφαλίσει τον δανεισμό σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Μόλις επιχειρήσει να περιορίσει την εξάρτηση, η κινεζική οικονομία επιβραδύνεται.

Κάτι ανάλογο έχει συμβεί τελευταία, καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης άρχισαν να επιβραδύνονται ως αποτέλεσμα της εκστρατείας μείωσης του χρέους. Και βέβαια μέσα στην εβδομάδα η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας αποφάσισε να διοχετεύσει 83 δισ. δολάρια στο τραπεζικό σύστημα για να διασφαλίσει επαρκή ρευστότητα ώστε να διατηρηθεί η ροή πιστώσεων στην οικονομία. Προ ημερών, άλλωστε, ανακοίνωσε ότι περιορίζει για μία ακόμη φορά το ύψος των κεφαλαίων που υποχρεούνται να διατηρούν οι τράπεζες της χώρας. Εχουν προηγηθεί άλλες πέντε μειώσεις στη διάρκεια του περασμένου έτους. Στόχος και αυτής της χαλάρωσης δεν είναι άλλος από τη χορήγηση άφθονων πιστώσεων. Οσο αυξάνονται οι πιστώσεις, όμως, αυξάνονται και τα κόκκινα δάνεια. Εκτιμήσεις της ανεξάρτητης αναλύτριας Σαρλίν Τσου, η οποία μίλησε προσφάτως στην τηλεόραση του Bloomberg, φέρουν τα κόκκινα δάνεια να ανέρχονται στο 24% του συνόλου των πιστώσεων και να φτάνουν το ιλιγγιώδες ύψος των 8,5 τρισ. δολαρίων.

Ολα αυτά υποδηλώνουν τον κίνδυνο μιας κατάρρευσης του κινεζικού τραπεζικού συστήματος. Αν, όμως, συμβεί κάτι τέτοιο, το Πεκίνο θα χρειαστεί να παρέμβει και πιθανώς να στηρίξει το σύστημα με ιλιγγιώδη κεφάλαια, μπροστά στα οποία θα ωχριούν όσα δόθηκαν στις ευρωπαϊκές και στις αμερικανικές τράπεζες στη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008. Το χειρότερο όλων, όμως, είναι ότι έχει χρησιμοποιηθεί κατά εντελώς αντιπαραγωγικό τρόπο μεγάλο μέρος του δανεισμού με το οποίο έχουν διατηρηθεί οι υψηλοί ρυθμοί αύξησης του κινεζικού ΑΕΠ. Εχουν οικοδομηθεί ολόκληρες πόλεις με ευρωπαϊκή τεχνοτροπία, που, όμως, παραμένουν ακατοίκητες και μοιάζουν με νεκροπόλεις. Εχουν διασωθεί ή ακόμη και ιδρυθεί βιομηχανίες που δεν προσφέρουν τίποτε στην οικονομία και απλώς απορροφούν πολύτιμα κεφάλαια.

Οσο παρατείνεται η εξάρτηση της οικονομίας από τον δανεισμό, το Πεκίνο απομακρύνεται από τον στόχο του για αλλαγή μοντέλου και στροφή στην εγχώρια κατανάλωση. Και βέβαια, το αποτέλεσμα είναι να εντείνεται η ανησυχία για το κατά πόσον θα συνεχίσει η Κίνα να προωθεί την ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο ή θα αντιστρέψει την πορεία της και θα αποβεί βαρίδι για την παγκόσμια οικονομία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ