ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Παίξε μας κάτι, Νιλ Γιανγκ

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Γεμάτο κόσμο το σαλόνι μας. Στη μια γωνιά του καναπέ κάθεται ο Κορτάσαρ αγκαλιά με τον γάτο του. Πίνει μάτε και μιλάει για τον καιρό. Του αρέσει το χειμωνιάτικο φως, λέει, ενώ ανάβει ένα Γκολουάζ. Έχουμε φτιάξει κουλουράκια πορτοκαλιού και μηλόπιτα. Η Νταϊάν Άρμπους κόβει ένα κομματάκι. Είναι η πρώτη φορά που έρχεται σπίτι μας και φαίνεται χαρούμενη. Λέει ότι της αρέσει να πηγαίνει σε μέρη που δεν έχει ξαναβρεθεί. Ο Τζάρμους προσπαθεί να της πιάσει την κουβέντα, αλλά δεν ακούω τι λένε. Ίσως επειδή εκείνη τη στιγμή ο Μπαρνς μού περιγράφει αναλυτικά πώς έγινε και έχασε το τελευταίο σετ σε έναν αγώνα που έπαιξε νωρίτερα. Έχει αφήσει τη ρακέτα του δίπλα στην πόρτα, ελπίζω να θυμηθεί να την πάρει φεύγοντας.

Ο Βαν Γκογκ και ο Μονέ χαζεύουν τα λουλούδια στο τραπέζι. Τα είχε φέρει νωρίτερα η Βιρτζίνια Γουλφ. Έχει τον τρόπο της να διαλέγει λουλούδια. Τώρα κάθεται στον απέναντι καναπέ μαζί με τη Νόρα και τον Τζόις, ο οποίος φοράει ένα καινούργιο σακάκι που αγόρασε από την Τεργέστη. Πολύ μοντέρνο, του λέει η Γουλφ και του κλείνει το μάτι. Εσύ κάνεις λίγη παρέα στον Τουργκένιεφ, που σου λέει μια ξεκαρδιστική ιστορία για κάτι αντίχειρες. Σας διακόπτει το κουδούνι. Πηγαίνεις να ανοίξεις και είναι ο Μαν Ρέι. Έχει φέρει σοκολατάκια. Θέλουν ψυγείο, σου λέει.

Ο Γουάλας ρωτάει αν μπορεί να δει τηλεόραση, και πράγματι την ανοίγει και πετυχαίνει μια ταινία που κανείς δεν μπορεί να αναγνωρίσει. Κάποιος κρατάει ένα όπλο, πάντως, ενώ ένα κορίτσι τρέχει. Σας τα ’λεγα, πετάγεται ο Γκοντάρ, που δεν είχε πει κουβέντα τόση ώρα. Κι όποιος κατάλαβε συμπληρώνει. Ο Κορτάσαρ σκάει στα γέλια. Πάντα καταλαβαίνει πρώτος ένα καλό αστείο. Δεύτερος γελάει ο Τζον Λένον, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν έχει καταλάβει τον λόγο.

Αποφασίζουμε να παραγγείλουμε δύο πίτσες: μία απλή (ο Μονέ δεν τρώει την πιπεριά) και μία σπέσιαλ. Όσο περιμένουμε, ο Χέμινγουεϊ αποφασίζει να πάει στην κουζίνα για να ετοιμάσει μοχίτο για όλους. Πηγαίνω να τον βοηθήσω και, με το που με βλέπει, αρχίζει να μου λέει μια ιστορία από την Κούβα, για τη θάλασσα, για τη νύχτα, για μια γυναίκα που δεν αγάπησε. Ή που δεν τον αγάπησε, δεν είναι καθόλου σαφές. Βάζει δυο σφηνάκια να πιούμε. Κανόνισε, του λέω. Αύριο το πρωί δουλεύω.

Ο Οκτάβιο Πας ξεκινά να μας διαβάζει ένα ποίημά του, αλλά είναι τεράστιο και δεν προλαβαίνει να το τελειώσει, γιατί εν τω μεταξύ έρχονται οι πίτσες και όλοι σηκώνονται και ψάχνουν να βρουν το πορτοφόλι τους, και ρωτάνε τι χρωστάει ο καθένας, ενώ εμείς προσπαθούμε να τους πούμε να μην είναι ανόητοι και ότι δεν θέλουμε λεφτά. Ανοίγω την πόρτα και, τι παράδοξο, τις πίτσες τις έχει φέρει ο Γούντι Άλεν. Του λέω ότι είχα πιστέψει πραγματικά ότι τελικά δεν θα ’ρχόταν.

Το χειμωνιάτικο φως έχει σβήσει. Ανάβουμε δύο πορτατίφ. Όλοι φαίνονται ικανοποιημένοι. Και, όταν λέω όλοι, εννοώ και εσένα που τώρα κάθεσαι δίπλα στον Νιλ Γιανγκ.

Παίξε μας κάτι, του λες.

Τι θέλετε να ακούσετε; ρωτάει.

Το τέσσερα, του λέει η Πάτι Σμιθ.

Τυπικές Κυριακές, όταν μένουμε σπίτι. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ