Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Αδωνις Γεωργιάδης: Παράθυρα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Στην πολιτική αυτά που λέγονται, αλλά δεν γίνονται, και αυτά που γίνονται, αλλά δεν λέγονται, είναι ένα αμελητέο μόνο ποσοστό της ύλης. Τα περισσότερα είναι αυτά που λέγονται για να λέγονται.

Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το ρητορικό σχήμα που λάνσαρε ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ. περί δημοψηφίσματος. Η αξιωματική αντιπολίτευση δεν υποστηρίζει την ιδέα του δημοψηφίσματος για τις Πρέσπες. Την υποστηρίζουν, όμως, απόστρατοι στρατηγοί, μητροπολίτες, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Αντώνης Ρέμος. Την υποστηρίζει, δηλαδή, μεγάλη μερίδα του ποιμνίου που έχει ηλεκτριστεί από το θέμα. Απευθυνόμενος σε αυτό το ακροατήριο, ο Γεωργιάδης βρήκε τον τρόπο να φέρει την ιδέα όχι από την πόρτα, αλλά από το παράθυρο: Κατηγόρησε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι εκείνος θέλει τα δημοψηφίσματα, τα προβλέπει στην αναθεωρητική πρότασή του, αλλά για τις Πρέσπες, «με 500.000 λαού στους δρόμους», τα αρνείται.

Τι πετυχαίνει έτσι ο Γεωργιάδης; Να αντηχήσει ένα αίτημα του πλήθους χωρίς να το υιοθετήσει. Η μαγνητική έλξη της πλατείας είναι πολύ μεγάλη. Και πολύ γνώριμη. Η κατάσταση θυμίζει πολύ αντιμνημόνιο. Ακούει κανείς τους ίδιους ισχυρισμούς που άκουγε τον καιρό που οι συνταγματολόγοι έστηναν τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο. Ακούει ότι η Βουλή πρέπει να λειτουργεί σαν ηχείο της λαϊκής αγανάκτησης· ότι η κυβέρνηση δεν είναι νόμιμη – είναι κυβέρνηση «εξαγορασμένων», κατά τον ορισμό του Γεωργιάδη («δίνουμε το όνομα της Μακεδονίας, επειδή η Κουντουρά έχει χρέη»)· ότι οι βουλευτές της αντιπολίτευσης πρέπει να παραιτηθούν· ότι πρέπει να παραιτηθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Ο πειρασμός να ενδώσουν οι βουλευτές της Ν.Δ. σε τέτοιους κατρουγκαλισμούς είναι μεγάλος, καθώς οι ακραίες φωνές επιβάλλουν στο Μακεδονικό συνθήκες προεκλογικού πλειστηριασμού. Φάνηκε από τις πρώτες ώρες της συζήτησης των Πρεσπών στην Επιτροπή: Η αξιωματική αντιπολίτευση έχει στα δεξιά της αθέμιτο μακεδονομαχικό ανταγωνισμό, σε ντεσιμπέλ, αναθέματα και πραξικοπηματολογία.

Μόνο μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα μπορεί να έχει νόημα η συζήτηση για πρόταση δυσπιστίας. Μόνο δηλαδή αν η Ν.Δ. αισθανθεί την ανάγκη να απαντήσει στην ακροδεξιά πίεση ότι «δεν έκανε ό,τι μπορούσε» για να σταματήσει τις Πρέσπες.

Καμία μομφή δεν θα μπορούσε, βέβαια, να σταματήσει μια κυβέρνηση που πήρε πριν από μία εβδομάδα ψήφο εμπιστοσύνης. Αλλά η Ν.Δ. θα έχει δείξει, υποτίθεται, την πυγμή της. Στην πραγματικότητα, θα έχει δείξει πόσο ευάλωτη είναι στις κραυγές του Καμμένου και των ομοίων του, οι οποίοι θα κατάφερναν να ρυμουλκήσουν την αξιωματική αντιπολίτευση σε κοινοβουλευτικές μπαλοθιές.

Η Ν.Δ. θα προσχωρούσε έτσι σε αυτό που υποτίθεται ότι έρχεται για να αναχαιτίσει – πολιτικά και αισθητικά. Θα προσχωρούσε στο «λέμε για να λέμε». Και «κάνουμε για να μη μας πουν ότι δεν κάναμε».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ