ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Δημήτρης Παπανικολάου στην «Κ»: «Οικογένεια είναι οι δεσμοί για τους οποίους επιμένουμε»

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Το τελευταίο βιβλίο του Δημήτρη Παπανικολάου, «Κάτι τρέχει με την οικογένεια», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Κάθε φορά που το θέμα αυτό έρχεται στη συζήτηση, παρατηρείται ένας χείμαρρος λόγου. Ο κόσμος θέλει να τα πει. Δεν μπορεί όμως να στοχεύσει και να βρει τα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικογένειας», τονίζει στην «Κ» ο Δημήτρης Παπανικολάου, αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Στο τελευταίο βιβλίο του, «Κάτι τρέχει με την οικογένεια» (εκδόσεις Πατάκη) με άξονα δέκα σύγχρονα έργα από τη λογοτεχνία, το θέατρο και τον κινηματογράφο –μεταξύ αυτών, του Οικονομίδη, του Λάνθιμου, του Αβρανά, του Δημητριάδη– ο Δημήτρης Παπανικολάου επιχειρεί να μεθερμηνεύσει την οπτική των σύγχρονων καλλιτεχνών πάνω στην «οικογένεια-βραχυκύκλωμα», όχι για να εξάρει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, αλλά για να αναδείξει οικείες μας καταστάσεις που μας αρέσει να τις... παρακολουθούμε στην τέχνη, αλλά συνήθως τις κρύβουμε κάτι από το χαλί γυρνώντας σπίτι.

«Η εικόνα της ελληνικής οικογένειας σε βραχυκύκλωμα δείχνει να εξελίσσεται σε ένα καινούργιο στερεότυπο, ένα σήμα κατατεθέν της ελληνικής κοινωνίας σε κρίση: μια οικογένεια που φωνάζει πολύ, που εξαντλείται σε μια αδιάκοπη βία, φυσική και ψυχολογική, που τρώει τις σάρκες της επίμονα και επίπονα», λέει.

– Πώς ορίζετε τη σύγχρονη οικογένεια; Ποιοι οι συνδετικοί της κρίκοι;
– Ορίζεται πολύ περισσότερο από αυτό που δεν έχει (ασφάλεια, σιγουριά, κοινωνική προστασία), ορίζεται δηλαδή όχι από την ασφάλεια, αλλά από την επισφάλειά της. Ορίζεται όμως και από την επιθυμία των ανθρώπων για σύνδεση – κάτι που υπήρξε διαχρονικό, σήμερα όμως το βλέπουμε όλο και περισσότερο ως ζήτημα επιλογής και αυτοπροσδιορισμού. Οικογένεια, συνειδητοποιούμε σιγά σιγά, δεν είναι πια αυτό που μας βρίσκεται ή αυτό στο οποίο βρισκόμαστε εκόντες άκοντες, αλλά είναι αυτό που επιλέγουμε, οι δεσμοί για τους οποίους επιμένουμε, τα σχήματα εντός των οποίων παραμένουμε. Κάποτε βρίσκει κανείς τη δύναμη να φτιάξει πραγματικά αυτό που λέμε «ό,τι ποθεί», κάποτε δεν τη βρίσκει.

– Ποια είναι τα συμπτώματα δυσλειτουργίας της ελληνικής οικογένειας; 
– Το πιο αναγνωρίσιμο στοιχείο είναι το πόσο πολύ είμαστε έτοιμοι να τη θεωρήσουμε προβληματική ως θεσμό, να την περιγράψουμε ως πολύ καταπιεστική, εγκλωβιστική, έμφυλα ιεραρχική, πολύ βασισμένη στο «τι θα πει ο κόσμος». Την ίδια στιγμή, βέβαια, ούτε συμφωνούμε για το ποια ακριβώς είναι τα προβλήματά της, ούτε είμαστε έτοιμοι, οι περισσότεροι, να τα αντιμετωπίσουμε ευθέως. Για μένα το βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικογένειας είναι ότι, από τη στιγμή που πέσει στο τραπέζι της συζήτησης, όλοι αρχίζουν και μιλάνε εναντίον της, όλοι θέλουν «να τα πουν», συχνά βγάζοντας απίστευτες ιστορίες και σώψυχα, χωρίς απαραιτήτως να θυμούνται τι προκάλεσε την έκρηξή τους, και το τι θα μπορούσε να αλλάξει.

– Είναι η οικογένεια ο σπόρος του κακού για την πολυεπίπεδη κρίση που πέρασε η Ελλάδα; 
– Αν και έχει ακουστεί αυτή η άποψη, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι το να μιλάς για την οικογένεια στην Ελλάδα σήμερα μπορεί και να είναι ένας πολύ πολιτικός τρόπος να θέσεις πολιτικά και καίρια ζητήματα. Από τη σύνδεση δημόσιου/ιδιωτικού ώς την ανεπάρκεια της δημόσιας σφαίρας. Και από τη συζήτηση για το τι πήγε στραβά στη Μεταπολίτευση μέχρι την κριτική για τα δίκτυα πατρωνίας, ευνοιοκρατίας, πολιτικής οικογενειοκρατίας, εθνικισμού και μισαλλοδοξίας, που ακόμη προσδιορίζουν την καθημερινότητά μας, συχνά ως ο σπόρος του κακού για πολλά από όσα μας συμβαίνουν.


«Κυνόδοντας» του Λάνθιμου: η ελληνική οικογένεια στο μικροσκόπιο.

– Χαρακτηρίζετε τη «Στρέλλα», ταινία του Πάνου Κούτρα για την ιστορία μιας τρανσέξουαλ, ως πολιτική. Εστιάζετε στη σκηνή που η Στρέλλα περπατά στην Αθήνα, σαν να θέλει να φωνάξει ότι το σώμα, η ιστορία και η υποκειμενικότητά της απαιτούν θέση στον δημόσιο χώρο. Ποια θέση έχουν στον δημόσιο χώρο της Ελλάδας μονογονεϊκές οικογένειες ή σχέσεις συμβίωσης πέραν της παραδοσιακής, του ανδρόγυνου;
– Αυτή ακριβώς είναι η ερώτηση που πρέπει να κάνουμε. Πόσο πολύ, δηλαδή, η δημόσια σφαίρα «δεν αντέχει» την ουσιαστική παρουσία της διαφορετικότητας, και πόσο πολιτική συνθήκη είναι να θες κάτι τέτοιο να αλλάξει. Τα κινήματα φύλου και σεξουαλικότητας έχουν τέτοια δυναμική τα τελευταία χρόνια, ακριβώς γιατί θέτουν αιτήματα πολύ βασικά και για τη λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας, και για την έννοια του πολίτη μιας σύγχρονης κοινωνίας. Τα αιτήματα των μονογονεϊκών και των ομογονεϊκών οικογενειών συμμετέχουν σε αυτήν την προσπάθεια αλλαγής των όρων της πολιτικής συμμετοχής και κοινωνικής αντιπροσώπευσης.

– Βοηθούν η τέχνη και η ψυχανάλυση να κατανοήσουμε συλλογικά προβλήματα και να αναζητήσουμε λύσεις; Πρόκειται για είδη πολυτελείας για λίγους, τα οφέλη των οποίων συναντούν τον τοίχο μιας μάζας απαίδευτης, εγκλωβισμένης σε στερεότυπα;
– Βοηθούν πάρα πολύ, υποστηρίζουν και εξελίσσουν την ίδια την έννοια της συλλογικότητας, δεν είναι είδη πολυτελείας. Εξηγούμαι: όταν κάνεις τέχνη ή όταν δουλεύεις στην παιδεία (και φαντάζομαι το ίδιο ισχύει και όταν συνδέεσαι με την ψυχανάλυση) ξεκινάς αποδεχόμενος ότι δεν υπάρχει απαίδευτη μάζα, αλλά άνθρωποι με τους οποίους πρέπει να ανοίξουμε κριτικό, διαρκή και εποικοδομητικό διάλογο. Αυτή νομίζω πρέπει να είναι η συνθήκη στην πολιτική συζήτηση, στη σχολική ή την πανεπιστημιακή τάξη, στους χώρους τέχνης, αλλά και στα ντιβάνια, κάθε είδους. Αν νομίζεις ότι κάποιοι δεν μπορούν εξ ορισμού να σε ακούσουν ή να σε υποδεχθούν, τότε υποτιμάς την απεύθυνσή σου, και τότε, όντως, παράγεις άχρηστα «είδη πολυτελείας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ