Ground Euro

GROUND EURO

Το ελληνικό οικοσύστημα των start-ups: μια έκθεση προόδου

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πόσο ικανοποιημένοι πρέπει να είμαστε με την πρόοδο του εγχώριου οικοσυστήματος των τεχνολογικών start-ups; Το ερώτημα προέκυψε εκ νέου με αφορμή την έρευνα της Marathon Venture Capital, ενός από τα funds που χρηματοδοτούνται από το Equifund. Σύμφωνα με την έρευνα της Marathon, που ορίζει ως ελληνική start-up κάθε τεχνολογική εταιρεία με Έλληνα ιδρυτή, 301 ελληνικές start-ups που έχουν λάβει συνολική χρηματοδότηση ύψους 2,4 δισ. δολαρίων μεταξύ 2010-18. Συνολικά 268 funds συμμετείχαν σε 500 γύρους χρηματοδότησης· 47 εταιρείες εξαγοράστηκαν και πέντε εισήχθησαν στο χρηματιστήριο. Στους επενδυτές συμπεριλαμβάνονται κορυφαία ονόματα διεθνώς (Andreesen Horowitz, Bain Capital, Seqoia, Kleiner Perkins), ενώ μεταξύ των εταιρειών που έχουν εξαγοράσει ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις είναι η Amazon, η Apple, η Microsoft και η Twitter. To 2018 ήταν η καλύτερη χρονιά για τις ελληνικές start-ups: τα ποσά που συγκέντρωσαν από τους επενδυτές έφτασαν τα 539 εκατ. δολάρια, με τα 345 εκατ. να αφορούν growth funding.

Το συμπέρασμα του συντάκτη της έρευνας είναι ότι «η αναδυόμενη βιομηχανία των ελληνικών start-ups έχει αποκτήσει ήδη αξιοσημείωτο μέγεθος». Ωστόσο υπάρχει ένα δεδομένο μεταξύ των ευρημάτων που προξενεί προβληματισμό: το 73% των συνολικών κεφαλαίων που αντλήθηκαν κατά την περίοδο 2010-18 (σχεδόν 1,8 από τα 2,4 δισ., με άλλα λόγια) αφορούν 134 εταιρείες που δεν έχουν παρουσία στην Ελλάδα - και άρα δεν συμβάλλουν στην εγχώρια απασχόληση και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Μπορεί, όπως αναφέρει η έρευνα της Marathon, η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων ιδρυτών αυτής της κατηγορίας να «επιθυμεί να διερευνήσει το ενδεχόμενο μεταφοράς μέρος των δραστηριοτήτων τους στη χώρα», αλλά μέχρι σήμερα δεν το έχουν κάνει.

«Καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες προόδου ελληνικών start-ups που μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούσαμε μη ρεαλιστική» σημειώνει ο Γιώργος Τζιραλής της Marathon. «Oι αριθμοί που δημοσιεύσαμε αποτυπώνουν μερικές από αυτές τις επιτυχίες, και ακολουθούν περισσότερες». Παράγοντες της αγοράς με τους οποίους συνομιλήσαμε ωστόσο σημειώνουν ότι η συμπερίληψη ποσών που επενδύθηκαν σε εταιρείες που δεν έχουν καμία σχέση με την ελληνική οικονομία δίνει μία παραπλανητική εικόνα των πραγματικών μεγεθών του κλάδου. 

Σε κάθε περίπτωση, παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει από το 2010, το θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της τεχνολογικής επιχειρηματικότητας παραμένει προβληματικό. Όπως αναφέρει ο Μιχάλης Μητσόπουλος, οικονομολόγος και σύμβουλος του ΣΕΒ, οι τεχνολογικές start-ups είναι «ένα φυτό που φυτρώνει υπό πολύ ειδικές συνθήκες, που εξακολουθούν να μην επικρατούν στο ελληνικό θερμοκήπιο». Το αποτέλεσμα, σημειώνει, είναι ότι οι περισσότερες τέτοιες εταιρείες, ακόμα κι αν ιδρύονται στην Ελλάδα, μόλις αποδείξουν την αξία τους και αποκτήσουν προοπτική ταχείας ανάπτυξης μεταφέρονται πλήρως ή έστω σε μεγάλο βαθμό στο εξωτερικό ώστε να μπορέσουν να παραμείνουν διεθνώς ανταγωνιστικές.

Μεταξύ των ζητημάτων που εκκρεμούν ώστε η Ελλάδα να γίνει ελκυστική για επενδύσεις σε start-ups, όπως τα απαριθμεί ο κ. Μητσόπουλος, είναι η πτωχευτική και προπτωχευτική νομοθεσία, που εξακολουθεί να εκθέτει μεταξύ άλλων επενδυτές αλλά και στελέχη στην παγίδα της αλληλέγγυας ευθύνης αλλά και στον κίνδυνο ποινικής δίωξης ανεξαρτήτως δόλου ή αμέλειας στην πρόκληση των χρεών της επιχείρησης προς το Δημόσιο. Επιπλέον, σημειώνει, είναι «αποθαρρυντική» η νομοθεσία που επιβάλλει την πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών επί των αποδοχών που λαμβάνονται μέσω stock options (που είναι πολύ συνηθισμένος τρόπος αμοιβής για στελέχη start-ups).

Η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος απαιτεί πολλά ακόμα. Όπως αναφέρει ο κ. Μητσόπουλος: «Θα πρέπει να μειωθεί παραπέρα το κόστος ίδρυσης και ετήσιας διατήρησης ενός νομικού σχήματος που προσφέρει περιορισμένη ευθύνη (όπως η ΑΕ και η ΙΚΕ), να διασφαλιστεί η εύκολη και φτηνή δυνατότητα μεταβίβασης μετοχών και μεριδίων, να βελτιωθεί ο φορολογικός χειρισμός των ζημιών από επενδύσεις σε καινοτομία με δυνατότητα συμψηφισμού με μελλοντικά κέρδη τουλάχιστον της επόμενης δεκαετίας, τόσο για νομικό πρόσωπα όσο και για angel investors, και ιδανικά με δυνατότητα φορολόγησης μόνο σε επίπεδο φυσικού προσώπου (flow through taxation) και να αναβαθμιστεί ουσιαστικά το πλαίσιο συνεργασίας ερευνητών και επιχειρήσεων, ώστε οι άνθρωποι που παράγουν επιστημονική καινοτομία να μπορούν να συμμετέχουν στην εμπορική αξιοποίησή της». Και φυσικά, προσθέτει, όλα αυτά δεν θα έχουν ιδιαίτερο νόημα αν δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική επιβολή συμβάσεων από τα δικαστήρια.

Συμπέρασμα; Το εγχώριο οικοσύστημα ωριμάζει και παράγει επιτυχίες - αλλά παραμένει μικρότερo από ότι υποδηλώνει μία επιφανειακή ματιά στα headline numbers της έρευνας της Marathon, ενώ οι πιο επιτυχημένοι απόφοιτοί του εξακολουθούν να μεταναστεύουν και τα θεσμικά εμπόδια για την απογείωσή του παραμένουν ακλόνητα στη θέση τους.  

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ