Την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε με την Κατερίνα Βρανά, είχε μόλις κερδίσει τον τίτλο του πιο αστείου κοριτσιού στον κόσμο. Η ενέργειά της, το γέλιο της, το χιούμορ της ήταν συναρπαστικά, έσφυζε από ζωή και ενθουσιασμό. Πριν περάσει πολύς καιρός, μια σοβαρή περιπέτεια υγείας έβαλε σε κίνδυνο τη ζωή της και άλλαξε δραματικά την καθημερινότητά της. Σχεδόν δύο χρόνια από τότε, το πρωινό της προηγούμενης Κυριακής, δώσαμε ραντεβού για να τα ξαναπούμε, με αφορμή την επιστροφή της στη σκηνή με την παράσταση «Staying Αlive» (Σχεδόν Πέθανα), που ξεκινά τη Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου. Η Κατερίνα διεκδικεί πια επάξια τον τίτλο του πιο θαρραλέου κοριτσιού στον κόσμο. Παρότι αντιμετωπίζει ακόμα προβλήματα υγείας, διατηρεί το χιούμορ της, το γέλιο της, τον ενθουσιασμό για τη δουλειά της, το πείσμα της, τη δύναμη να προχωρά μπροστά, έστω κι αν στέκεται και βαδίζει με δυσκολία και η περιορισμένη της όραση δεν τη βοηθά να οδηγεί το αναπηρικό της αμαξίδιο χωρίς να συγκρούεται με τα έπιπλα του σπιτιού. 

Άβυσσος και επανεκκίνηση

«Πολύ χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, αν και δεν βλέπω και πολύ καλά», με υποδέχεται και γελά με τον αυτοσαρκασμό της, που είναι τόσο χαρακτηριστικός. «Παρκάρει» το αμαξίδιό της απέναντί μου και ξεκινά να μου εξιστορεί τι έγινε τον Απρίλιο του 2017, όταν κινδύνεψε να χάσει τη ζωή της σε ένα νοσοκομείο στη Μαλαισία. «Είχα φτάσει εκεί για παραστάσεις. Είχα ενοχλήσεις στο στομάχι και στην κοιλιακή χώρα καιρό πριν, υπήρχαν πολλά προειδοποιητικά σήματα κινδύνου και τα αγνοούσα, γιατί είμαι ζώον. Έλεγα θα κάνω κι αυτή την παράσταση και μετά θα ξεκουραστώ. Είχα διάρροια και εμετούς και οι συνάδελφοί μου με πήγαν στο νοσοκομείο. Τα συμπτώματα έδειχναν σκωληκοειδίτιδα, αλλά δεν ήταν. Τελικά ανακαλύφθηκε μια μικρή φλεγμονή στο έντερο. Το ίδιο εκείνο βράδυ ο οργανισμός μου κατέρρευσε, αλυσιδωτές αντιδράσεις κατέληξαν σε διάτρηση εντέρου, σηψαιμία, “έκλεισαν” τα όργανα ένα ένα. Όταν ξύπνησα, ένιωθα σαν να είχε “κρασάρει” το σύστημα και μετά έκανε επανεκκίνηση. Ακόμα προσπαθεί να κάνει επανεκκίνηση». 

Σε τεχνητό κώμα

Οι γιατροί την έβαλαν σε τεχνητό κώμα για δύο εβδομάδες, τη συνέδεσαν σε μηχάνημα αιμοκάθαρσης, έπαθε γάγγραινα στα άκρα («μα ποιος παθαίνει γάγγραινα εν έτει 2017;» αναφωνεί), εμφανίστηκαν προβλήματα στη λειτουργία των ζωτικών της οργάνων (μόνο τα νεφρά και το συκώτι επανήλθαν σχεδόν αμέσως), οι πνεύμονές της δεν λειτουργούσαν επαρκώς, το μυοσκελετικό σύστημα ατρόφησε. Λίγες ημέρες αργότερα, έχασε την όρασή της. «Σκεφτόμουν ότι τα μάτια μου αποφάσισαν να κλείσουν, επειδή δεν έβλεπαν και κάτι καλό», μου λέει. Είχε κάνει μια λίστα στο μυαλό της με όσα ακόμη λειτουργούσαν καλά, η λίστα όμως συνεχώς μίκραινε. Στο νοσοκομείο τής έκοψαν το ένα τρίτο των μαλλιών της, σήμα κατατεθέν της και μεγάλη της αδυναμία. Σχεδόν έναν χρόνο μετά, ξαφνικά δεν μπορούσε να μιλήσει. «Τουλάχιστον λόγω της κατακράτησης υγρών, είχα φουσκώσει πολύ και είχα φοβερό στήθος», επισημαίνει με περηφάνια και ξεσπά σε γέλια.

 

 

Εφηβεία από την αρχή

Μιλάει χωρίς ίχνος αυτολύπησης, μιζέριας, θλίψης, διανθίζοντας την αφήγησή της με αυτοσαρκαστικές παρατηρήσεις, γκριμάτσες, πειράγματα, χιουμοριστικές ατάκες και αστεία περιστατικά. «Στη Μαλαισία είχα έναν φυσικοθεραπευτή κουνγκ φου! Έναν Κινέζο με μαύρα μαλλιά που μου έλεγε συνεχώς: “Βreath in, breath out” – σαν διασταύρωση του Μιγιάκι με τον Γκρασχόπερ. Ήταν υπέροχος». Επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 2017 και έμεινε στο νοσοκομείο έως τον Αύγουστο. Μετακόμισε στο σπίτι της μητέρας της, όπου ξαναζεί, όπως λέει, την εφηβεία της: «Με μαλώνει αν μιλάω μέχρι αργά στο τηλέφωνο και με ρωτάει αν έχω πλύνει τα δόντια μου», μου λέει, ενώ ακούγεται η μαμά της από το χολ να τη «μαλώνει», γιατί πάλι έκανε σημάδια στο πάτωμα με τις ρόδες του αμαξιδίου και χτύπησε και τη γωνία του τοίχου. Η Κατερίνα μού κλείνει το μάτι και της απαντά πειραχτικά. «Είναι σουρεαλιστική η κατάσταση, γι’ αυτό και δεν έχασα ποτέ το χιούμορ μου, και αυτό με βοήθησε ψυχολογικά όσο τίποτε. Πριν χάσω την ομιλία μου, σκεφτόμουν ότι, αν έβλεπα, θα μπορούσα να κάνω stand up. Όταν δεν μπορούσα και να μιλήσω, ήταν πια τόσο σουρεάλ που κατέληγα να γελάω. Μετά ανακάλυψα ότι αυτός ο τρόπος ομιλίας δημιουργεί περισσότερο γέλιο. Μιλάω αργά και καθαρά, ενώ πριν μιλούσα πολύ γρήγορα. Είναι εντελώς διαφορετικό είδος ταχύτητας και μετάδοσης του αστείου, οπότε ήταν και είναι πολύ ενδιαφέρον να δω πώς θα το κάνω».

«Ποιος θέλει να κλαίει μπροστά σε κόσμο;»

Η πρώτη φορά που ανέβηκε στη σκηνή μετά τη νοσηλεία της ήταν τον περσινό Ιούνιο, στο τέλος της παράστασης «V for Vrana», που έδωσαν συνάδελφοί της προς τιμήν της («μου είπαν ότι, όταν εμφανίστηκα, σηκώθηκαν όρθιοι χειροκροτώντας δύο χιλιάδες άνθρωποι κι εγώ δεν μπορούσα να τους δω»). Τους μήνες που ακολούθησαν έκανε δεκάλεπτες εμφανίσεις σε παραστάσεις συναδέλφων της. Τώρα μετράει αντίστροφα για την πρεμιέρα της δικής της παράστασης, η οποία είναι ήδη sold out, και ελπίζει να καταφέρει να ταξιδέψει με αυτή σε Θεσσαλονίκη και Ηράκλειο. «Η δουλειά βοήθησε πάρα πολύ. Τη δουλειά μου τη λατρεύω, την κάνω με πώρωση και το ότι τώρα περιμένω να κάνω παράσταση είναι λίγο σαν Χριστούγεννα». Έμαθε βέβαια το μάθημά της, όπως παραδέχεται: «Είμαι αποφασισμένη να μην ξαναπροκαλέσω στον εαυτό μου τέτοια κούραση και άγχος. Επίσης, όσο κι αν το βαριέμαι, δεν γίνεται να μην κάνω φυσικοθεραπεία, οπότε δεν πρέπει να χάνω συνεδρίες». Κάνει φυσικοθεραπεία κάθε μέρα, κάποιες μέρες και δύο φορές, λογοθεραπεία, εργοθεραπεία και βελονισμό. Θεωρεί ότι αυτή η εμπειρία δεν την άλλαξε στη βάση του χαρακτήρα της, ίσως σε μικρά πράγματα, αλλά έμαθε πια ότι κάποιες φορές απλώς «δεν πειράζει» να γίνει ή όχι κάτι. Υπάρχουν βέβαια και οι στιγμές που τη λυγίζουν τα μικρά πράγματα, «ένα κρύωμα, ότι δεν μπορώ να κρατήσω το πιρούνι σωστά, ότι εκεί που πλένω τα δόντια μου μου πέφτει η οδοντόβουρτσα και νομίζω ότι θα έπρεπε το σύμπαν πια να μου κάνει τη χάρη να μην πονά η περίοδος». Είναι όμως καλά, δεν προσποιείται. «Αυτό δεν είναι προσωπείο για τον κόσμο», λέει. «Κάποιες φορές δεν είμαι καλά, είμαι ως επί το πλείστον καλά, υπό τις δεδομένες συνθήκες θα έλεγα πολύ καλά, αλλά σίγουρα δεν είναι εύκολη κατάσταση και φυσικά στενοχωριέμαι. Αυτό όμως δεν το βγάζω προς τα έξω, γιατί είναι πολύ προσωπική μου στιγμή. Ποιος θέλει να κλαίει μπροστά σε κόσμο; Όταν κλαις, θέλεις να είσαι μόνος σου, αγκαλιά με ένα μαξιλάρι, κουκουλωμένος με το πάπλωμα. Όταν δεν είμαι καλά, δεν θα ανεβάσω βιντεάκι, δεν θα κάνω παράσταση, θα καθίσω κάτω από το πάπλωμα και θα πετάξω πράγματα στη μάνα μου, η οποία θα μου πει: “Μα πώς έγινες έτσι, παλιά δεν ήσουν έτσι”. Κι εγώ θα της απαντήσω: “Λες να έγινε κάτι που με έκανε έτσι;”. Στουκάρω με το αμαξάκι στους τοίχους και μου λέει: “Αμάν, ρε Κατερίνα, δεν βλέπεις πού πας;”. Η μαμά μου δεν είναι του μοιρολογιού και της μιζέριας. Τσακωνόμαστε πολύ συχνά και βοηθάει αυτό, γιατί η ένταση δεν μένει καπακωμένη. Φωνάζουμε, εγώ μπορεί να κλάψω λίγο, η μαμά μου ποτέ δεν κλαίει, έχουμε βρει έναν μηχανισμό αποφόρτισης που δουλεύει». Όλη της η οικογένεια, γονείς, αδέρφια, ξαδέρφια, θείες, θείοι, ήταν δίπλα της όλο αυτό το διάστημα. Όπλο τους ήταν και αυτών το χιούμορ: «Η μητέρα μου, ο μεγάλος μου αδερφός και ο πατέρας μου είναι πάρα πολύ αστείοι, είναι πιο αστείοι από εμένα, απλώς εγώ το πουλάω καλύτερα. Όταν είμαστε μαζί, εγώ γελάω σαν χάνος γιατί γίνεται χαμός, και βοηθάει απείρως να μπορείς να γελάς».

Καθώς φτάνουμε στο τέλος της συνέντευξης, ως είθισται, τη ρωτώ για τα σχέδιά της για το μέλλον. Φαντάζομαι θα μου πει ότι θέλει να περπατήσει, να δει καθαρά, να φτιάξει η ομιλία της. Η Κατερίνα Βρανά όμως θέλει να πάρει Όσκαρ και, φυσικά, να γίνει κυρίαρχος του κόσμου. ■

Staying Αlive (Σχεδόν Πέθανα), Μικρό Παλλάς, Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου-Τρίτη 24 Φεβρουαρίου, 21.00

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ