ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Ξημερώνει Κυριακή

Γιώργος Κοβός

Υπάρχουν πολλές εικασίες για το πώς προέκυψε ο όρος «σκυλάδικο». Από τους κράχτες των καμπαρέ της Τρούμπας έως το βραστό κρέας που πετούσαν οι πελάτες στα σκυλιά που μαζεύονταν γύρω από τα κέντρα στις Τζιτζιφιές, θα ακούσεις αναρίθμητες ιστορίες. 

Σάββατο βράδυ, σε ένα «σκυλάδικο» της Αθήνας. Είναι περασμένα μεσάνυχτα, μετράμε τα πρώτα λεπτά της Κυριακής. Στην πίστα βρίσκεται η τραγουδίστρια που ανοίγει το πρόγραμμα. Είναι μια όμορφη κοπέλα, το ρεπερτόριό της αποτελείται από καμιά δεκαριά ποπ τραγούδια, ενώ, μόλις τελειώνει την εμφάνισή της, κατεβαίνει σε κάποια από τα τραπέζια. Όλοι οι υπόλοιποι καλλιτέχνες είναι μεγαλύτερης ηλικίας και με πλούσια εμπειρία στη νύχτα. Οι γυναίκες εκμεταλλεύονται το make up για να δείχνουν πολύ νεότερες. Οι άντρες δεν χρειάζονται μεγάλες αλλαγές. Ένα κοστούμι, λίγο τζελ στο μαλλί, κολλαριστό πουκάμισο και καλογυαλισμένα παπούτσια είναι συνήθως τα απαραίτητα. Εξάλλου, η «ώριμη» εμφάνιση είναι μέρος της δουλειάς τους. Εδώ που τα λέμε, δύσκολα θα φανταζόμουν έναν νέο καλλιτέχνη να τραγουδάει «Τα βάσανά μου ένα φορτίο». 

Τα μάτια τους κλείνουν μόνο την ημέρα. Όλη νύχτα πρέπει να είναι ανοιχτά. Πρέπει σε κάθε τραγούδι να νιώθουν τι λένε, αλλά περισσότερο πρέπει να νιώθουν τι θέλει να πει ο πελάτης. Πρέπει να διασκεδάσει, να μερακλώσει, να ανατριχιάσει και ίσως να κλάψει.

Πίσω από την μπάρα, μια πληθωρική σιλουέτα φροντίζει για τα ποτά όλου του μαγαζιού. Αλκοόλ και πάγος «παντρεύονται» στα ποτήρια, που με τη σειρά τους αδειάζουν σε σύντομο διάστημα. Η μπάρα όμως έχει κι έναν άλλον ρόλο, αυτόν της «σκοπιάς», μια και θυμίζει φυλάκιο (ίσως και φυλακή κάποιες φορές) των μοναχικών ανθρώπων που την προτιμούν. Είναι οι ξενύχτες, οι πρώτοι που αντικρίζουν την ανατολή της Κυριακής.  

Η ορχήστρα παίζει παλιά λαϊκά. Το μαγαζί «ανεβαίνει», οι θαμώνες σηκώνουν τα χέρια και τα πηγαινοφέρνουν στον αέρα σύμφωνα με τον ρυθμό των κομματιών. Σμίγουν τα φρύδια τους και τραγουδούν, ενώ οι ετοιμοπόλεμες λουλουδούδες περιφέρονται ανάμεσα στα τραπέζια, αναζητώντας κάποιον που θα οπλίσει το χέρι τους για να εκτοξεύσουν όσο περισσότερα πανέρια μπορούν προς την πίστα. Όλα αυτά προϋποθέτουν ένα μεγάλο τραγούδι που θα αγγίζει την καρδιά τους. Ένα τραγούδι που συνήθως μιλάει για έρωτα ή «καψούρα», ως είθισται να λέγεται, ενώ άλλες φορές μπορεί να μιλάει για άλλες έντονες καταστάσεις, όπως ο θάνατος. Ας μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα, από τα αρχαία χρόνια, ψυχαγωγούμαστε με τραγωδίες και με κομμάτια όπως το «Η ζωή εδώ τελειώνει». 

Κοντεύει ξημέρωμα, αλλά το κέφι συνεχίζεται. Μια λουλουδού μού παραπονιέται ότι δεν πήρα ούτε ένα λουλούδι απόψε και εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα όταν είχα ρωτήσει κάποτε μια συνάδελφό της τι είναι αυτό που της λείπει στη δουλειά της. Τότε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, μου είχε απαντήσει ότι όλοι παίρνουν λουλούδια για να τα προσφέρουν αλλού και όχι σε εκείνη. Χαμογέλασα, πήρα ένα λευκό λουλούδι από το πανέρι της και της το έβαλα στο αυτί. Βγαίνω στον δρόμο με ένα έντονο βουητό στα αυτιά από τα ηχεία του μαγαζιού. Κοιτάζω τον ουρανό. Το πρώτο φως της ημέρας ίσα που αρχίζει να εμφανίζεται και η υπερένταση από το ξενύχτι με οδηγεί για πρωινό περίπατο στα Αναφιώτικα. Όσο ο ήλιος ανεβαίνει πάνω από την πόλη, ένα τραγούδι ακούγεται από παλιό ραδιόφωνο. «Ξημερώνει η Κυριακή / Μη μου λυπάσαι / Είναι όμορφη η ζωή / Να το θυμάσαι». 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ