Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Oι σκηνοθέτες της... μεσοβασιλείας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Π​​​​ιστεύετε ότι αδικήθηκαν οι ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’80;» ρώτησα τον σκηνοθέτη Γιώργο Καρυπίδη σε μια τηλεοπτική συνέντευξή μας για την ΕΤ1 το 2007. «Δεν μου είναι εύκολο να πω αν αδικήθηκαν. Απωθήθηκαν θα έλεγα. Aλλες υπερτιμήθηκαν άλλες υποτιμήθηκαν. Hταν μια περίοδος μεσοβασιλείας που δεν έχει αξιολογηθεί σωστά», απάντησε στιβαρά και μειλίχια, όπως ήταν ο ίδιος και όπως μιλούσε. Τον Γιώργο Καρυπίδη αποχαιρετίσαμε στο Α΄ Νεκροταφείο την περασμένη Τρίτη. Πέθανε σε ηλικία 73 ετών, αποσυρμένος αρκετά χρόνια λόγω προβλημάτων υγείας. Φίλοι, συνεργάτες, συνοδοιπόροι, όσοι συγκεντρώθηκαν, ήταν πολύ συγκινημένοι και θλιμμένοι. Με τη θλίψη που συνδέεται καμιά φορά με την ηλικία και τη γενιά: οι άνθρωποι νιώθουν να είναι όλο και λιγότερο ορατοί, όλο και λιγότερο παρόντες. Κι αυτό ανεξάρτητα από το πόσο είναι δραστήριοι και παραγωγικοί. Καμιά φορά η υπερδραστηριότητα είναι ενδεικτική αυτής ακριβώς της αγωνίας, του διάφανου, του σχεδόν αόρατου.

«Ανήκετε στην κινηματογραφική γενιά του ’80, που τη χαρακτήριζε μια απόκλιση, κάποτε και μεγάλη, ανάμεσα στην περιγραφή και στην καταγραφή. Ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη», είχα επισημάνει στον συνομιλητή μου. «Ηταν η δεκαετία η πιο προβληματική αλλά και προβληματισμένη στο ελληνικό σινεμά», απάντησε. Ανέλυσε μεστά και με οικονομία, όπως συνήθιζε, τους λόγους, ανατρέχοντας στη –μικρή– ελληνική κινηματογραφική ιστορία, συνδέοντάς τη με τα βιώματα της γενιάς τους, τις σπουδές τους. «Εισπράττουμε την ακμή και την παρακμή. Είμαστε το “μετά” από μια ακμή και είναι εμφανές στις ταινίες μας. Βιώνουμε την απώλεια ενός πράγματος, χωρίς να έχει επιτευχθεί το καινούργιο», συμπλήρωσε.

Δύο χρόνια μετά τη μεγάλη έκθεση στην Τεχνόπολη «GR80s. Η Ελλάδα του Ογδόντα», με επιστημονικούς υπεύθυνους τους πανεπιστημιακούς Παναγή Παναγιωτόπουλο και Βασίλη Βαμβακά, που ανακίνησε τις πολλές αντιφατικές εγγραφές στη συλλογική μνήμη, προστίθενται συχνά πυκνά περιστατικά που εμπλουτίζουν το αρχικό παζλ. Η κάθε φορά αναμέτρηση με το παρελθόν βοηθάει στην αξιολόγηση του παρόντος. Η τελευταία δεκαετία του Ψυχρού Πολέμου και «της μεγάλης σταθερότητας», όπως έχει χαρακτηριστεί, άφηνε χώρο σε μακροσκελείς συζητήσεις και ομφαλοσκοπήσεις. Σήμερα, αν θεωρήσουμε ότι η «κουβέντα» έχει μεταφερθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε η ζύμωση είναι ίδια, ούτε η άρνηση, ούτε η κατάφαση, ούτε η παραγόμενη σκέψη. Τότε, ο ελληνικός κινηματογραφικός χώρος ήταν εξαιρετικά εσωστρεφής –με ελάχιστες εξαιρέσεις– περιορισμένης εμβέλειας, το κοινό απουσίαζε από τις προβολές των ταινιών, η αναζήτηση της ταυτότητας αναμόχλευε ιστορίες από το παρελθόν, μαζί με αναφορές στη λαϊκή παράδοση. Οι «ρίζες» σε μια αγωνιώδη, σχεδόν, αναψηλάφηση.

Κι όμως· η δεκαετία του ’80 στο ελληνικό σινεμά που προσπερνιέται βιαστικά ως η μακρά περίοδος με τα «βαθιά χασμουρητά», ανέδειξε και πνεύματα αναρχικά και ανένταχτα, τολμηρά στην αισθητική τους, με ποιητική προσέγγιση της πραγματικότητας (Σταύρος Τορνές, Δήμος Αβδελιώδης, για να αναφέρουμε δυο μόνο παραδείγματα). Θυμόμαστε τα

«Πέτρινα χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη, τη «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη, τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου, του Νίκου Παναγιωτόπουλου, του Νίκου Νικολαΐδη. Κι από κοντά πολλοί ακόμη σκηνοθέτες, ένα σώμα συμπαγές και πλήρες, ονόματα που δεν αναφέρουμε γιατί θα καταλήγαμε σε μια λίστα η οποία θα θύμιζε μνημόσυνο είτε πρόκειται για ζώντες δημιουργούς είτε για απελθόντες.

Κατά καιρούς γίνονται προσπάθειες να προβάλλονται παραγωγές που γυρίστηκαν τη δεκαετία του ’80 (πιο πρόσφατα το πρόγραμμα της ΕΣΠΕΚ «Χαμένη λεωφόρος του ελληνικού σινεμά»), και, όπως φαίνεται, έχουν κοινό. Θεατές που από νοσταλγία ή περιέργεια ανατρέχουν στη φιλμογραφία εκείνης της εποχής.

Ο αποχαιρετισμός στον Γιώργο Καρυπίδη, η σύναξη των ανθρώπων του και των συναδέλφων του, άνοιξε άλλη μια πόρτα στον χρόνο. Βοήθησε, κυρίως, να καταλάβουμε τη διαφορά ανάμεσα στην «απώθηση» και στην «αδικία», στην επανεξέταση και στη νοσταλγία. Απωθούμε ό,τι δεν αξιολογούμε για να πάρει τη θέση του, μέσα μας αλλά και στην αλυσίδα της ελληνικής κινηματογραφίας. Η λήθη γεννά φαντάσματα υπερτιμημένα ή υποτιμημένα. Στους απόντες δεν αξίζει τίποτα από τα δύο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ