ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Σρι Λάνκα

Tα υψίπεδα της Σρι Λάνκα έχουν ταυτιστεί με τις τεϊοφυτείες, στις οποίες η επίσκεψη αποτελεί πλέον τουριστική εμπειρία.

Στις 23 του περασμένου μήνα, οι δρόμοι της Nuwara-Eliya, της Badulla, της Kegalla, του Colombo γέμισαν κόσμο και πλακάτ. Δεν ήταν προφανώς τουρίστες, ούτε περαστικοί, αλλά εργάτες στις φυτείες τσαγιού της χώρας, που διεκδικούσαν τον διπλασιασμό του βασικού ημερομισθίου τους στις 1.000 ρουπίες (4,80 ευρώ). Είχε προηγηθεί προκήρυξη απεργίας διαρκείας τον Δεκέμβριο, που ωστόσο έληξε γρήγορα και άδοξα. Οι χαμηλές αμοιβές των ανθρώπων –γυναικών στη συντριπτική τους πλειονότητα– που συλλέγουν με το χέρι, ένα προς ένα, τα φύλλα του τσαγιού στα υψίπεδα της Σρι Λάνκα είναι η άλλη όψη της επικερδούς βιομηχανίας, που έχει αναδείξει τη χώρα σε τέταρτη μεγαλύτερη παραγωγό και δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγέα στον κόσμο. Σχεδόν το ένα πέμπτο του τσαγιού που πωλείται στις διεθνείς αγορές προέρχεται από τη Σρι Λάνκα.


Στάση στους καταρράκτες Ramboda, καθ’ οδόν προς τις φυτείες της Nuwara Eliya. (Φωτογραφία: ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ/Instagram @g_chatzi22)

Ήταν 1824 όταν οι Βρετανοί έφεραν στην Κεϋλάνη, όπως λεγόταν τότε η Σρι Λάνκα, σπόρους τσαγιού από την Κίνα, τους οποίους φύτεψαν στους Βασιλικούς Βοτανικούς Κήπους της Peradeniya για μη εμπορική χρήση. Ακολούθησε σειρά πειραματικών καλλιεργειών και το 1867 ο Βρετανός Τζέιμς Τέιλορ δημιουργεί την πρώτη οργανωμένη φυτεία στην επαρχία Kandy. Η καλλιέργεια του τσαγιού αρχίζει προοδευτικά να κερδίζει έδαφος έναντι του καφέ, με τις κλιματικές συνθήκες που επικρατούν στα κεντρικά υψίπεδα –υγρασία, βροχοπτώσεις, δροσερές θερμοκρασίες– να αποδεικνύονται ιδανικές όχι απλώς για την ευδοκίμηση και την ανάπτυξη του θάμνου, αλλά και για τη δημιουργία ενός τελικού προϊόντος με υψηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Τέιλορ θα συμπράξει επιχειρηματικά με τον συμπατριώτη του έμπορο Tόμας Λίπτον, ο οποίος θα βάλει το τσάι Κεϋλάνης στα ανάκτορα της βρετανικής αυτοκρατορίας, αλλά και προοδευτικά σε κάθε σπίτι. Πλέον, η βιομηχανία του τσαγιού απασχολεί περισσότερους από 1 εκατ. ανθρώπους σε όλη τη Σρι Λάνκα.


Στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι εργαζόμενες στις φυτείες είναι γυναίκες. (Φωτογραφία: ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ/Instagram @g_chatzi22)

Στα χρόνια του τουρισμού εμπειριών, η επίσκεψη στις φυτείες τσαγιού συγκαταλέγεται στις στιγμές που πρέπει «οπωσδήποτε» να ζήσει ο ξένος που ταξιδεύει για λόγους αναψυχής στη χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας. Σε υψόμετρο 1.868 μ., η πόλη Nuwara Eliya με τους όμορφους κήπους, τις καταπράσινες πλαγιές και την αποικιακή αρχιτεκτονική υπήρξε τον 19ο αιώνα καταφύγιο και τόπος αναψυχής για τους Άγγλους και τους Σκωτσέζους πρωτεργάτες της αναδυόμενης τότε «βαριάς» βιομηχανίας τoυ νησιού. Σήμερα αποτελεί κλασική αφετηρία για τα ολοένα και πιο δημοφιλή αγροτουριστικά τουρ, που περιλαμβάνουν συνήθως επίσκεψη σε δύο τρία εργοστάσια τσαγιού της περιοχής –της οποίας τα προϊόντα θεωρείται πως είναι για το τσάι Κεϋλάνης ό,τι η σαμπάνια για το γαλλικό κρασί–, γευσιγνωσία και αγορές στα εκθετήρια των παραγωγικών μονάδων και στάσεις σε τοπικά αξιοθέατα. Ο άτυπος κανόνας που ισχύει εδώ είναι ότι φωτογραφίζεις δίνοντας ένα μικρό χαρτζιλίκι. Τηρώντας μια σιωπηρή –ας πούμε– συμφωνία, ο τουρισμός είναι κατά κάποιον τρόπο και ένα μέσο για τις εργάτριες στις φυτείες να αυξήσουν το, ούτως ή άλλως, πενιχρό ημερήσιο εισόδημά τους.


Στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου Blue Field Tea Gardens. (Φωτογραφία: ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ/Instagram @g_chatzi22)

Δέκα χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου και με τις υποδομές της χώρας να έχουν να επιδείξουν σημαντικές βελτιώσεις –καλύτερες σιδηροδρομικές συνδέσεις, καινούργια ξενοδοχεία κ.λπ.–, ο ταξιδιωτικός οργανισμός Lonely Planet ανέδειξε πρόσφατα τη Σρι Λάνκα σε υπ’ αριθμόν ένα τουριστικό προορισμό-«στόχο» για το 2019. Οι επισκέπτες θα συνεχίσουν να καταφτάνουν –αν και, από ό,τι φαίνεται, με πιο ταχείς ρυθμούς– σε μέρη όπως το Blue Field ή το Pedro Tea Factory, για να δοκιμάσουν το καλύτερο τσάι του κόσμου στην «πηγή», να μάθουν επιτόπου τις διαφορές ανάμεσα στο λευκό, το πράσινο, το oolong και το μαύρο (που ουσιαστικά προκύπτουν από τον τρόπο κατεργασίας και τον βαθμό οξείδωσης των φύλλων) και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους «γεμάτοι» εικόνες, χρώματα, νέες παραστάσεις. Το κατά πόσο αυτές οι εισροές, συνώνυμες του τουριστικού κύματος, θα βοηθήσουν αντίστοιχα τις τοπικές κοινωνίες να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο επίπεδο ζωής είναι ίσως το πιο κρίσιμο ζητούμενο.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ