Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Κοινωνίες σε πόλωση και περί συνύπαρξης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι περισσότεροι αμερικάνοι είναι σε γενικές γραμμές φιλικοί και σε ένα επιφανειακό επίπεδο εξαιρετικά ανοιχτοί άνθρωποι. Σε ένα πρόσφατο ταξίδι μου στις ΗΠΑ όπου έμεινα για κάμποσο καιρό, γνώρισα περίπου διακόσιους από δαύτους. Μια από τις πιο φιλικές και θερμές συζητήσεις που έκανα σε αυτό το ταξίδι ήταν με τη Σούζαν, μία ηλικιωμένη, φανατική ψηφοφόρο του Τραμπ, με την οποία συνταξίδεψα στην πτήση Ουάσινγκτον-Πίτσμπεργκ. Διαφωνούσα μαζί της στα πάντα και της το είπα κιόλας, αλλά δεν ήμουν αγενής μαζί της, δεν την προσέβαλα και δεν την αντιμετώπισα ως κατώτερο ον ή ως ηλίθια, και έτσι κουβεντιάζαμε για περίπου μία ώρα και, αν και δεν συμφωνήσαμε σε τίποτε, αποχωριστήκαμε ευχαριστημένοι και χωρίς να έχουμε χαλάσει τις καρδιές μας, αποδεχόμενοι η μία την ύπαρξη του άλλου σε αυτή τη Γη.

Λίγες ημέρες νωρίτερα είχα ακριβώς την αντίθετη εμπειρία στη Ουάσινγκτον, έξω από το Ανώτατο Δικαστήριο, όπου ομάδες ακτιβιστών διαμαρτύρονταν κατά της υποψηφιότητας του Μπρετ Κάβανο. Προσπάθησα να μιλήσω με τρεις από αυτούς, να τους ρωτήσω για τον αγώνα τους, τι πιστεύουν ότι μπορούν να πετύχουν, τι ελπίζουν για το μέλλον και διάφορα άλλα, μα απέτυχα. Ήταν και οι τρεις (δυο γυναίκες και ένας άνδρας) εξαιρετικά απότομοι και αγενείς. Έμοιαζαν θυμωμένοι με τα πάντα, ακόμα και μαζί μου, και μου μιλούσαν κοφτά, ρωτώντας με ποιος είμαι και γιατί είμαι εκεί, και γιατί ρωτάω τόσο αυτονόητα πράγματα. Παρ’ όλο που συμφωνούσα μαζί τους και στο επίμαχο θέμα και πιθανότατα και σε σχεδόν όλα, έφυγα από εκεί απογοητευμένος και έκπληκτος. Αν φέρονταν έτσι σε εμένα, πώς θα φέρονταν στη Σούζαν;

Το ερώτημα που τίθεται, βεβαίως, πέρα από τις ανεκδοτολογικές εμπειρίες, είναι: πώς θα συνυπάρξουν αυτοί οι άνθρωποι μεταξύ τους; Πώς γίνεται να συνεχίσουν να ζουν μαζί, δεδομένου ότι είναι φανατικά προσηλωμένοι στην ήττα και την απαξίωση του άλλου; Είναι ένα διεθνές πρόβλημα. Αφορά κι εμάς.

Το συμπέρασμα που έβγαλα από αυτές τις συναντήσεις αλλά και από άλλες, αντίστοιχες τις επόμενες εβδομάδες κατάφερα να το επεξεργαστώ καλύτερα μετά από μια συζήτηση με τον Ρικ Γουίλσον, καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο πανεπιστήμιο Rice του Χιούστον. Ο Γουίλσον μελετά θέματα εμπιστοσύνης και συνεργασίας στους ανθρώπινους πληθυσμούς, με έμφαση στις κοινωνίες που έχουν περάσει εμφυλίους και άλλες συγκρούσεις, όπως η Βοσνία, η Συρία και η Ρουάντα. Ήθελα πολύ να κουβεντιάσω μαζί του επειδή προσπαθώ να καταλάβω τις πιθανές διεξόδους για κοινωνίες πολωμένες όπως η δικιά μας -ή η αμερικανική.

Η απάντησή του είναι αρκετά απλή: “Να ζουν μαζί και να έχουν κοινούς στόχους”. Από ό,τι δείχνει η εμπειρία, όταν πληθυσμοί που μισιούνται μεταξύ τους εξακολουθούν να ζουν στην ίδια περιοχή, δεν χωρίζονται και δεν απομονώνονται γεωγραφικά ή κοινωνικά και αναπτύσσουν κοινές προσπάθειες (δουλειές, εθνικούς στόχους, αντιμετώπιση καταστροφών) στις οποίες αναγκάζονται να δουλέψουν μαζί, δίπλα δίπλα, προς μια κοινή κατεύθυνση, οι διαφορές αμβλύνονται. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να ανέχονται τους απέναντι όταν αναγκάζονται να δουλέψουν μαζί. Αυτό έχει παρατηρηθεί ακόμα και σε πληθυσμούς που δέκα ή δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα σφάζονταν μεταξύ τους με ματσέτες. “Πάντα εκπλήσσομαι από το πόσο καλά συνεργάζονται μεταξύ τους οι άνθρωποι”, μου είπε ο καθηγητής Γουίλσον, που έχει μελετήσει ακραίες μορφές διχόνοιας. “Εκπλήσσομαι και για το πώς δεν αλληλοσκοτωνόμαστε περισσότερο”. Ασφαλώς το ίδιο κόλπο θα μπορούσε να εφαρμοστεί και για να συνυπάρξουν οι ρεπουμπλικάνοι με τους δημοκρατικούς, ή οι συριζαίοι με τους νεοδημοκράτες.

Αλλά για να γίνει αυτό θα αναπτυχθεί πρώτα κάτι άλλο, δυσκολότερο: η βούληση. Το να πάρουν απόφαση οργισμένες ομάδες όπως οι ακτιβιστές κατά του Κάβανο, οι διαδηλωτές Μακεδονομάχοι, φανατικοί “μενουμευρώπηδες”, τα “κίτρινα γιλέκα” και οι ψεκασμένοι οπαδοί του κάθε Σαλβίνι ότι δεν θα “νικήσουν”. Κάποτε που ο κόσμος έπαιρνε όλες τις πληροφορίες που ήξερε από δύο τηλεοπτικά κανάλια, τρεις εφημερίδες και πέντε θείους στο καφενείο, υπήρχαν συνολικά τέσσερις πολιτικές ιδέες, οπότε οι άνθρωποι χωρίζονταν σε τέσσερις ομάδες και μία από αυτές μπορούσε να ελπίσει ότι θα κερδίσει. Και όντως, μερικές φορές κέρδιζε. Και έστελνε τους ηττημένους στην εξορία στα νησιά, ή στη στέππα στα κάτεργα. Σήμερα δεν υπάρχουν τέσσερις πολιτικές ιδέες. Κάθε ξεχωριστός άνθρωπος έχει τόσο πολλές και ποικίλες απόψεις που αποτελεί μια εντελώς μοναδική παγκοσμίως ιδεολογική ταυτότητα, και έχουμε επτάμισι δισεκατομμύρια τέτοιες. Κανένας μεμονωμένος άνθρωπος και κανένα ευκαιριακό γκρουπούσκουλο δεν θα κερδίσει. Ακόμα κι αν κάποιος επικρατήσει, ή κυβερνήσει, ή νικήσει πρόσκαιρα, οι υπόλοιποι, οι απέναντι, θα είναι τόσο πολλοί και τόσο έξαλλοι που δεν γίνεται να συνυπάρξει μαζί τους αν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο δεν τους κάνει συμμέτοχους στη “νίκη". Μόνο με συμβιβασμούς στους οποίους δεν κερδίζει κανείς μπορούν να συνυπάρξουν έξαλλοι άνθρωποι.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για το μέλλον δεν είναι να έρθουν κάτι φωτισμένοι με μια τρομερή ιδέα που θα αντικαταστήσει τον καπιταλισμό και θα χαρίσει την ειρήνη και την ευημερία σε ανθρώπους και ρομπότ για πάντα, αλλά το να καταφέρουμε να κάνουμε τους ανθρώπους που θα χάνουν -δηλαδή σχεδόν όλους- να μη νιώθουν χαμένοι. Την ώρα που οι δημοκρατικές κοινωνίες μοιάζουν να κατακερματίζονται στο βαθμό της διάλυσης, το αντίδοτο μοιάζει να είναι μια επώδυνη για όλους αλλά απαραίτητη συναίνεση.

Ο δήμαρχος του Χιούστον Σιλβέστερ Τέρνερ, όταν τον ρώτησα για το θέμα, μου είπε μια ιστορία από την παιδική του ηλικία. “Ήμασταν μια οικογένεια με εννέα παιδιά”, μου είπε. “Ο πατέρας μου επέμενε ότι κάθε βράδυ, ό,τι κι αν γινόταν, θα ήμασταν όλοι στο σπίτι για το δείπνο. Το τραπέζι μας, όμως, χωρούσε μόνο έξι. Οπότε κάθονταν οι έξι για να φάνε και μετά από ένα εύλογο διάστημα που όριζε ο πατέρας μου, έρχονταν και κάθονταν οι επόμενοι. Κάποιοι έτρωγαν πρώτοι, άλλοι έτρωγαν τελευταίοι. Αλλά με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, όλοι έβρισκαν μια θέση στο τραπέζι”.

Κι αυτό ακριβώς ήθελε να μου πει, όταν τον ρώτησα για την πόλωση στην κοινωνία του: με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, όλοι πρέπει να έχουν μια θέση στο τραπέζι. Αυτή είναι η απάντηση στο πώς βάζεις αυτούς που μισούνται ή αυτούς που είναι διαφορετικοί να συνυπάρξουν μετά το τέλος της μάχης. Εξασφαλίζεις ότι ό,τι έχουν μία θέση στο τραπέζι. Μαζί. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ