Άνοιξη του 2017, λίγο μετά την ενεργοποίηση του Brexit. Πρωί Κυριακής. Αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος». Οκτώ νέοι με εισιτήριο απλής μετάβασης για το Λονδίνο περιμένουν να επιβιβαστούν στο αεροσκάφος. Έχουν αποφασίσει να φύγουν από την πατρίδα τους, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στην Αγγλία – το ενδεχόμενο να κλείσουν, λόγω των πολιτικών εξελίξεων, τα σύνορα έχει επισπεύσει το ταξίδι τους. Η πτήση όμως καθυστερεί. Ο χρόνος αναμονής τούς δίνει την ευκαιρία να γνωριστούν, να ανοιχτούν ο ένας στον άλλο, να μοιραστούν κομμάτια από τις ιστορίες τους, αλλά και να επανεξετάσουν την απόφασή τους. Όταν θα γίνει τελικά η αναγγελία της πτήσης, θα φύγουν όλοι; Ή κάποιοι θα μείνουν; Και πώς θα έχουν διαμορφωθεί οι σχέσεις τους;

Οι απαντήσεις δίνονται στη σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου, μέσα από το μιούζικαλ «Απλή μετάβαση» των Γεράσιμου Ευαγγελάτου και Θέμη Καραμουρατίδη, σε σκηνοθεσία Μίνωα Θεοχάρη, με την τραγουδοποιό Μαρίζα Ρίζου και τον ηθοποιό Κωνσταντίνο Ασπιώτη επικεφαλής ενός εξαιρετικού θιάσου.

Ποιοι είναι αυτοί οι οκτώ επιβάτες; Τι αφήνουν πίσω τους και τι προσδοκούν να βρουν στον προορισμό τους; «Οι χαρακτήρες του έργου είναι όλοι Millennials, δηλαδή 30-35 ετών, και πρόσωπα υπαρκτά: συνομήλικοί μου, που τη μια χρονιά μάς καλούσαν στο καινούργιο τους διαμέρισμα, σίγουροι πως εκεί θα έφτιαχναν την οικογένειά τους, και την επόμενη χρονιά αναγκάζονταν να φύγουν για το εξωτερικό, με την ελπίδα μιας καλύτερης προοπτικής. Είναι νέοι άνθρωποι, αντιμέτωποι με την επείγουσα ανάγκη να βρουν μια αξιοπρεπή δουλειά, που θα τους εξασφαλίσει και μια αξιοπρεπή ζωή», εξηγεί ο στιχουργός και συγγραφέας Γεράσιμος Ευαγγελάτος, που «έφτιαξε» με τις λέξεις του τον κόσμο της «Απλής μετάβασης».

Τι ωραίο που είναι το μουσικό θέατρο να «συνομιλεί» με την κοινωνία, αγγίζοντας προβλήματα σημερινά... Για τους ίδιους τους συντελεστές, όμως, πόσο εύκολη ήταν η μετάβαση από αυτό που κάνουν στο συγκεκριμένο είδος; «Η ψυχούλα μου το ξέρει», λέει γελώντας η Μαρίζα Ρίζου. «Μπορεί η μουσική και το μιούζικαλ να συγγενεύουν, αλλά είναι διαφορετικό να τραγουδάς σε μια μουσική σκηνή και διαφορετικό το να υποδύεσαι έναν χαρακτήρα στο θεατρικό σανίδι, έστω και αν ο λόγος σου εκφέρεται και τραγουδιστά. Έχω αγωνία, αλλά η λαχτάρα μου να “συναντηθώ” με αυτό το τόσο αληθινό και βαθιά συγκινητικό έργο νικάει τον φόβο». 

«Πράγματι, η Μαρίζα έχει απίστευτη διάθεση να δώσει φωνή στη Λένα, την ηρωίδα που υποδύεται, αλλά και μεγάλη ανασφάλεια», επιβεβαιώνει ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος. «Από την πρώτη στιγμή είχε εκφράσει την επιθυμία μόνο να τραγουδάει, να μην έχει πρόζα. Κι αν είμαι ένοχος για κάτι (γέλια), είναι ότι την ξεβόλεψα, της έφτιαξα έναν ρόλο εντελώς κόντρα σε αυτό που ήθελε, σε ό,τι την έκανε να αισθάνεται άνετα. Αλλά τον αντιμετωπίζει με ειλικρίνεια, καθαρότητα και δυναμισμό. Κάνει μουσικό θέατρο, με τονισμένες εξίσου και τις δύο λέξεις, φανερώνοντας τo 100% όλων των ταλέντων της». 

Μουσικό θέατρο

«Το μιούζικαλ είναι ένα είδος που δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στην Ελλάδα, δεν είναι στην κουλτούρα μας. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, όταν κάποιος αναφερόταν σε μιούζικαλ, εννοούσε τις ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη, που ανήκουν σε άλλο είδος, στον μουσικό κινηματογράφο», εξηγεί ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης. «Ωστόσο, η δική μου γενιά, από τα χρόνια της δραματικής σχολής ακόμα, το μελετά και το έχει αγαπήσει. Έχουμε δουλέψει πολύ, και με τη φωνή και με το σώμα μας, και είμαστε έτοιμοι να αναμετρηθούμε με μια τέτοια πρόκληση. Πάντως, η “Απλή μετάβαση” δεν έχει την κλασική φόρμα του μιούζικαλ – αποτελεί πρόταση συνολικά. Και ήταν μεγάλη γενναιοδωρία από την πλευρά του Στάθη Λιβαθινού να μας δώσει όχι μόνο αυτό το βήμα, αλλά και την απόλυτη ελευθερία να φτιάξουμε την παράσταση όπως τη θέλαμε». 

Το γεγονός ότι το έργο εντάσσεται στο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου δεν τους άγχωσε καθόλου; «Προσωπικά, όχι. Δεν αισθάνθηκα κανένα άγχος ότι έπρεπε να ακολουθήσω μια νόρμα, ώστε αυτό που θα φτιάξω να συνάδει με όσα γίνονται εδώ. Το πήρα λίγο σαν παιχνίδι, το είδα ως μια όμορφη δημιουργική διαδικασία. Το ότι το έργο μας θα παρουσιαστεί στο Εθνικό το θεωρώ επιβράβευση, σαν να βγάζουμε... φάρμακο εγκεκριμένο από τον ΕΟΦ! Το χαιρόμαστε χωρίς να μας βαραίνει», απαντά γελώντας ο Θέμης Καραμουρατίδης. «Ακριβώς αυτό συνέβη. Ίσως γιατί δεν κληθήκαμε να “λογοδοτήσουμε” σε ένα κλασικό κείμενο, ούτε σε μια μεγάλη κεντρική σκηνή. Δεν χρειάστηκε δηλαδή να εξηγήσουμε γιατί επέλεξαν εμάς για να ανεβάσουμε Αισχύλο, Σοφοκλή ή Μολιέρο. Αντιθέτως, μας έδωσαν τη δυνατότητα να παρουσιάσουμε τη δουλειά μας σε μια σκηνή που εξ ορισμού είναι ανοιχτή σε πρωτότυπα πράγματα, σε διάφορα είδη και νέους ανθρώπους. Και αυτό ήταν απελευθερωτικό», συμπληρώνει ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος.

Γιατί δεν θα φεύγαμε ποτέ

Και οι τέσσερις συνεργάτες και φίλοι τονίζουν πως αυτό που από την αρχή επεδίωξαν ήταν να είναι απολύτως έντιμοι απέναντι στο έργο και στην παράσταση, σε σχέση με τις «έξω» ιδιότητές τους. Μπορούν να φανταστούν τον εαυτό τους σε μια συνθήκη όπως αυτή που περιγράφει το έργο; Θα έφευγαν από την Ελλάδα και για ποιους λόγους; Ο Θέμης το αποκλείει: «Το δέσιμο που έχω με τους ανθρώπους μου δεν θα με άφηνε· αυτοί είναι η πατρίδα μου, πώς να τους αποχωριστώ;». Η Μαρίζα συμφωνεί: «Πατρίδα είναι εκεί όπου νιώθεις ασφαλής. Για μένα, λοιπόν, σημασία έχει το με ποιον όχι το πού». Για τον Κωνσταντίνο καθοριστικός είναι ένας άλλος παράγοντας: «Εκφράζομαι με τη γλώσσα, αυτή είναι το εργαλείο μου, άρα δεν θα μπορούσα να ζήσω κάπου όπου δεν θα μιλούσα ελληνικά».

Πατρίδα και τι σημαίνει για τον καθένα μας – αυτό είναι το ζητούμενο: κάθε θεατής να δώσει τη δική του απάντηση. Μέσα από την πλοκ,ή που προκαλεί άλλοτε γέλιο και άλλοτε συγκίνηση. Καλά, για να είμαι ειλικρινής, η πλάστιγγα μάλλον γέρνει προς τη συγκίνηση. Θα το διαπιστώσετε όσοι βρεθείτε στο κτίριο Τσίλλερ από τις 15 Φεβρουαρίου... ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ