ΒΙΒΛΙΟ

Απαλός και στέρεος λυρισμός

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΙΟΡΙΚΗΣ
Η πρώτη φορά
εκδ. Αντίποδες, σελ. 33

​​Ηταν μια νέα ποιήτρια/ποιητής δίνει το πρώτο της/του δείγμα γραφής, δεν το αποτιμούμε καθαυτό· αναλογιζόμαστε την προοπτική.

Αν πούμε ότι «έχει ενδιαφέρον», η κρίση μας είναι θετική, ενώ η ίδια ρήση για το ώριμο έργο ενός δημιουργού υπονοεί μάλλον το αντίθετο. Διερωτώμαι, με αφορμή την υπό συζήτηση «Πρώτη Φορά» που ο Χρήστος Σιορίκης δημοσίευσε στους «Αντίποδες» λίγο πριν κλείσει τα τριάντα του χρόνια, ποια αντικειμενικά στοιχεία μπορούμε να απομονώσουμε στον (εκάστοτε) αναδυόμενο ποιητή για να αποφασίσουμε αν αξίζει να τον παρακολουθήσουμε στη συνέχεια.

Καταλήγω σε τρία: πρώτον, να μετρά τις λέξεις του/της, δεύτερον, να έχει μουσικότητα και ρυθμό, τρίτον –και καθόλου λιγότερο σημαντικό– να αναλαμβάνει ένα ρίσκο συναισθήματος.

Τα τρία αυτά συνοψίζονται ως εξής: φέρελπις είναι ο ποιητής που εκτίθεται (=ρίσκο συναισθήματος) με γνώση (=να μετρά τις λέξεις) και αισθητική (=μουσικότητα και ρυθμός).

Ασφαλώς υπάρχουν και πολλά άλλα σημαντικά στην ποίηση και μάλιστα κατά το προσωπικό γούστο του καθενός μας.

Το πρώτο που θα σκεφτόμουν σε ένα τέτοιο, δεύτερο επίπεδο, εφόσον τα τρία πρώτα πληρούνται, είναι το αναγνωρίσιμο ύφος, αυτό που λέμε «δική του φωνή». Ο Σιορίκης και μετρημένος είναι, και χαριτωμένος στα 21 ποιήματα που απαρτίζουν την «Πρώτη Φορά».

Μετρημένος, αλλά όχι σφιγμένος: «Ενας ευσυγκίνητος πατέρας/ είναι δώρο για ένα κορίτσι/ Κι όταν κλαίνε μαζί/ μπροστά στην τηλεόραση/ με τα τραγούδια/ το κορίτσι ξέρει/ ότι πριν απ’ την πόλη/ ο πατέρας έζησε καιρό/ σε μέρος με πολύ αέρα/ κάτω απ’ τα πεύκα».

Η φύση και ο οικογενειακός δεσμός, η πόλη και η τηλεόραση, το παρελθόν και το παρόν είναι θεμελιώδη δίπολα που, γενικά, δίνουν αφορμή σε μπόλικη κοινοτοπία και φλυαρία. Εδώ υποδειγματικά συντίθενται σε ένα μελωδικό στιγμιότυπο με ικανό βάθος. Συμβάλλει και ο τίτλος-κλειδί: «Για να τρέξει το ρετσίνι».

Χαριτωμένος, αλλά όχι αφελής: «Σκίζεται η καρδιά μου/ που δεν θα ξαναδώ/ τον αγαπημένο μου/ τώρα που με πάνε στην ερημιά/ να με σκοτώσουν/ Το τελευταίο ποίημα γράφω/ στο μυαλό μου/ Μα εσείς που δεν θα το ακούσετε ποτέ/ μπορείτε να πιστέψετε/ τη μουσική/ το όνομά μου/ αν ακουστεί/ στον βραδινό αέρα». Ο τίτλος «Φεδερίκο» εύλογα παραπέμπει στη δολοφονία του ομοφυλόφιλου Λόρκα από τους φασίστες στην Ισπανία του ’36. Η ποιητική πραγμάτευση της δολοφονίας του θα μπορούσε εύκολα να καταλήξει μπανάλ ή μελό, αν ο ποιητής δεν διέθετε κάτω από το απαλό, τρυφερό ύφος του, την απαραίτητη σταθερότητα (δεν μου αρέσει η λέξη «στιβαρός», το «σταθερός» φτάνει και περισσεύει…). Στα ιδιαίτερα, τώρα, χαρακτηριστικά του Χρήστου Σιορίκη θα συγκαταλεγόταν η αγάπη του για τα λόγια των άλλων, είτε επώνυμων (έτσι στο ποίημα «Called back» που παραπέμπει στο αποχαιρετιστήριο σημείωμα της Εμιλι Ντίκινσον) είτε ανώνυμων (έτσι στο «Επιστολή μελλόνυμφου»: «Γράψε μου πότε θα ’ρθεις/ και ράψε/ ό,τι έχεις να ράψεις»).

Με λίγα, καλοκουρδισμένα λόγια κατασκευάζει λυρικές εικόνες, όπου τα συναισθήματα πνέουν με τη φυσικότητα μιας αύρας. Ακόμη και το σπαραχτικό κελαρύζει, δεν λυσσομανά: «Πιο απαλά τα αγόρια/ πιο βαθιές οι πληγές/ που δεν θα προλάβουν/ ν’ αφήσουν σημάδι» γράφει κλείνοντας το ποίημα «Το πάρκο», που αρχίζει ευρηματικά: «Από μέρα σε μέρα/ μικραίνουν σε ηλικία/ τα παιδιά του πάρκου».

Μολονότι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο τα ποιήματά του διαθέτουν μέτρο και μεταδίδουν στον αναγνώστη μιαν εντύπωση τραγουδιού, δίχως εύκολη έκπτωση του νοήματος. Μπορεί να τα απολαύσει κανείς χωρίς το αίσθημα του στρυφνού και χωρίς να βαρυστομαχιάσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ