ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Δύο πράγματα σημάδεψαν τη ζωή μου, ήδη από την παιδική ηλικία: η αγάπη για την ποίηση και για την ελληνική γλώσσα, την πρώτη που μίλησα προτού η οικογένειά μου μεταφερθεί στη Φλωρεντία, όπου μεγάλωσα και σπούδασα» λέει ο μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μεταφραστής, δημοσιογράφος και εκδότης Νικόλα Κροτσέτι. Εκτοτε κρατάει μέσα του αναμμένη τη φλόγα της Ελλάδας, ένα «κερί» που παρέλαβε από την οικογένειά του και ιδιαίτερα από την Ελληνίδα μητέρα Αριστέα (το όνομά της φέρει σειρά των εκδόσεών του).

Γρήγορα ερωτεύθηκε την ιταλική γλώσσα και άρχισε να μεταφράζει με πάθος ελληνική ποίηση στα ιταλικά και στη συνέχεια να εκδίδει – το 1981 ίδρυσε στο Μιλάνο τον εκδοτικό οίκο Crocetti Editore, από τους πιο αναγνωρισμένους σήμερα στην Ιταλία. Πρώτο βιβλίο «Τα ερωτικά» του Ρίτσου, το χειρόγραφο ήρθε στα χέρια του πριν ακόμη εκδοθεί στην Ελλάδα. «Ακολούθησαν δεκάδες άλλα, μεταξύ των οποίων τα κρυμμένα ποιήματα του Καβάφη σε έναν τόμο με τίτλο “Poesie segrete”, που κέρδισε το βραβείο Mondello για τη μετάφραση». Συνολικά έχει εκδώσει πάνω από 300 βιβλία.

Από τον Γενάρη του 1980 εκδίδει το περιοδικό ποίησης «Poesia», με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στην Ευρώπη. «Στα 30 χρόνια ζωής του έχει παρουσιάσει 3.300 ποιητές από 38 γλώσσες, 36.000 ποιήματα, χιλιάδες άρθρα και φωτογραφίες ποιητών. Ανάμεσά τους, περίπου 50 αρχαίους Ελληνες ποιητές και 50 σύγχρονους». «Σταθμός» γι’ αυτόν η απόφαση, αρχές του ’90, να μεταφράσει, εκτός από ποίηση, και ελληνική πεζογραφία. Οπως λέει, «το πρότεινα στον Mondadori, όπου είχα μερικούς φίλους, αλλά μου είπαν “Ελληνική πεζογραφία; Ξέχασέ το! Το πολύ ένα βιβλίο με συνταγές μαγειρικής”. Μα οι μαγειρικές μου ικανότητες δεν ξεπερνούν τα δύο αυγά ματιά... Ετσι, από πείσμα, είπα: θα την εκδώσω εγώ. Δεν ήταν όμως εύκολο».

Διακρίσεις

Ο Κροτσέτι υπήρξε επί 35 χρόνια δημοσιογράφος στο τμήμα διεθνών ειδήσεων της εφημερίδας Il Giornale και συνεργάτης της Corriere della Sera, για λογαριασμό της οποίας επιμελήθηκε τρεις μεγάλες σειρές ιταλικής και ξένης ποίησης. Για 10 χρόνια χρημάτισε καλλιτεχνικός διευθυντής του Parma Poesia Festival. Ελαβε, μεταξύ άλλων διακρίσεων, το Βραβείο του Καλύτερου Εκδότη από το ιταλικό υπουργείο Προεδρίας, το Βραβείο Μετάφρασης από το ιταλικό υπουργείο Πολιτισμού και το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλο.

«Σε ηλικία έντεκα ετών μου μεταδόθηκε σαν ιός η αγάπη για την ποίηση, όταν μου χάρισαν μια ανθολογία του Τζιοβάνι Πάσκολι, ενός γίγαντα της ιταλικής ποίησης, του αναστήματος του Δάντη, του Λεοπάρντι. Εκείνος ο ιός μεγάλωσε μαζί μου και σημάδεψε όλη μου τη ζωή», διηγείται.

«Σε ηλικία 24 ετών, όταν ακόμη σπούδαζα στο πανεπιστήμιο, μου δόθηκε η ευκαιρία να εργαστώ για τέσσερα χρόνια σε ένα από τα μεγαλύτερα λεξικά της ιταλικής γλώσσας, το Devoto-Oli, που το διηύθυνε ένας από τους μεγαλύτερους φιλολόγους, ο Τζάκομο Ντεβότο, για τον οποίο έλεγαν ότι γνώριζε 16 γλώσσες, από σανσκριτικά μέχρι νεοελληνικά. Διάβασα τις 150.000 λήμματα εκείνου του λεξικού τουλάχιστον 3-4 φορές. Δεν τελείωσα το πανεπιστήμιο, αλλά ερωτεύθηκα παραφορά την ιταλική γλώσσα και τις λέξεις της. Με αυτές τις δύο πολύτιμες κληρονομιές, την ελληνική και την ιταλική γλώσσα, ήταν επόμενο να παθιαστώ με τη μετάφραση. Οι πρώτες μου απόπειρες αφορούσαν τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, που μελέτησα στις ανθολογίες του Πάσοβ και του Φοριέλ. Είχαν ήδη μεταφραστεί από τον Nικολό Τομαζέο, έστω και σε γλώσσα του 19ου αιώνα, και έπρεπε να ξαναμεταφραστούν. Δεν τελείωσα ποτέ τη δουλειά, αλλά σκέφτομαι ότι αργά ή γρήγορα θα ξαναρχίσω αυτό το εγχείρημα. Μετά το πραξικόπημα του 1967, οι Ιταλοί εκδότες ζητούσαν να εκδώσουν αντιφρονούντες Ελληνες ποιητές, και ήθελαν μεταφράσεις έργων τους. Ετσι άρχισα να μεταφράζω τον Ρίτσο και άλλους που τότε ήταν εξόριστοι. Κατόπιν γνώρισα προσωπικά τον Ρίτσο και γίναμε φίλοι».


Με τον ποιητή Αντώνη Φωστιέρη το 2013 στην Κάλυμνο. «Από τις μεγαλύτερες χαρές είναι ότι γνώρισα μερικούς θαυμάσιους ανθρώπους», λέει.

Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετώπισε ως εκδότης ήταν «το πρόβλημα των μεταφραστών. Η μετάφραση είναι δύσκολη δουλειά, απαιτεί επαγγελματισμό και εμπειρία. Δεν μπορεί κανείς να αυτοσχεδιάζει, έστω και αν πολλοί το κάνουν με ερασιτεχνικό τρόπο. Εκείνο τον καιρό στην Ιταλία υπήρχαν ελάχιστοι μεταφραστές από τα νεοελληνικά, κυρίως πανεπιστημιακοί διδάσκοντες, χωρίς να έχουν εξειδικευθεί όλοι στη μετάφραση. Ο Φιλίπο Μαρία Ποντάνι, ο μεγαλύτερος Ιταλός ελληνιστής, υπήρξε ένας μοναχικός γίγαντας που μετέφρασε τα σπουδαιότερα έργα αρχαίας και σύγχρονης ελληνικής γραμματείας, αλλά ήταν πολύ απασχολημένος για να μπορεί να φροντίσει την ίδρυση μιας σχολής μετάφρασης. Και κανείς άλλος δεν το έκανε. Ετσι χρειάστηκε να αρκεστώ σε ό,τι υπήρχε και, όπως λέμε στην Ιταλία, “να κάνω γάμο με ξερά σύκα”. Η εμπειρία ήταν μια αληθινή κόλαση: μεταφράσεις που παραδίδονταν με καθυστέρηση μηνών ή χρόνων, συχνά κακοφτιαγμένες, πεταμένες στο καλάθι των αχρήστων και ξαναγραμμένες από την αρχή, σχεδόν πάντα κοπιαστικά διορθωμένες. Θυσιάζοντας πολύ χρόνο και ενέργεια, κατόρθωσα να εκδώσω περισσότερα από 100 βιβλία νεοελληνικής ποίησης και πεζογραφίας».

Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθούν «αρκετά βιβλία ελληνικής ποίησης που επιμελήθηκα για άλλους εκδότες, όπως τα ποιήματα του Καβάφη που βγήκαν το 2015 από τον Einaudi. Πρόκειται για την πιο πλήρη ανθολογία του Αλεξανδρινού που κυκλοφορεί στην Ιταλία: 200 ποιήματα, εκείνα του κανόνα και σχεδόν όλα τα ανέκδοτα και τα αποκηρυγμένα. Ο τόμος κέρδισε το βραβείο Βιτόριο Μποντίνι για τη μετάφραση και πωλήθηκαν 10.000 αντίτυπα μέσα σε έναν χρόνο. Το 2010, στην πολυτελή σειρά “I Meridiani” του Mondadori κυκλοφόρησε η ανθολογία “Poeti greci del Novecento” (“Ελληνες ποιητές του εικοστού αιώνα”) σε επιμέλεια δική μου και του Φιλίπο Μαρία Ποντάνι τζούνιορ: 64 ποιητές, από τους Παλαμά, Κάλβο, Σικελιανό μέχρι τη γενιά του ’70, 2.000 σελίδες σε δίγλωσση έκδοση. Είναι η σημαντικότερη δουλειά που έχει γίνει για την ελληνική ποίηση εκτός Ελλάδος, η οποία όμως πέρασε παντελώς απαρατήρητη και δεν θεωρήθηκε άξια ούτε μιας κριτικής σε εφημερίδα ή ενός μικρού βραβείου, από εκείνα που απονέμουν ακόμη και στους χειρότερους μεταφραστές. Ως αντιστάθμισμα, στην Ιταλία η ανθολογία είχε μεγάλη επιτυχία, με πλήθος εγκωμιαστικές κριτικές και παρουσιάσεις, ενώ εξαντλήθηκε μέσα σε λίγους μήνες. Τώρα θα ξανατυπωθεί».

Η «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη είναι μια γλωσσική κιβωτός του Νώε

Τεράστια η κατάθεση ψυχής, πνεύματος, χρόνου, κρίσιμη η διάθεση προσωπικών οικονομικών πόρων. Για την Ελλάδα. Εκείνη τι έκανε γι’ αυτόν; «Μέχρι πέρυσι, απολύτως τίποτα. Ομως, στις 2 Απριλίου του 2018, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Προκόπης Παυλόπουλος μου απένειμε το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής. Από τις διάφορες διακρίσεις που έχω λάβει είναι εκείνη για την οποία νιώθω πιο περήφανος. Επίσης, ένιωσα θαυμασμό για έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας που αγαπά την ποίηση και τη γνωρίζει απέξω. Ας είχαμε στην Ιταλία έναν παρόμοιο».

– Τι κοινά αρνητικά ελαττώματα έχουν Ελλάδα και Ιταλία;
– Η Ιταλία είναι από τις πιο διεφθαρμένες χώρες της Ευρώπης. Η διαφθορά δεν αφορά μόνο την πολιτική και την οικονομία, είναι ένας καρκίνος με μετάσταση σε όλους τους τομείς της κοινωνίας, καθώς επίσης στον πολιτισμό και στο πανεπιστήμιο. Στο τελευταίο κυριαρχούν οι κλίκες, εισχωρεί κανείς αποκλειστικά με πολιτικά μέσα, είτε λόγω συγγένειας ή φιλίας. Οι πιο αξιόλογοι νέοι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν ή να υποστούν ταπεινωτικές, ατελείωτες αναμονές για χρόνια. Τα υπουργεία Πολιτισμού και Παιδείας ανατίθενται συνήθως σε μέτριους πολιτικούς, συχνά απροετοίμαστους, αν όχι παντελώς ανίκανους. Υπήρξαν τρανταχτές περιπτώσεις... Σύμφωνα με το πασίγνωστο ρητό, Ιταλία και Ελλάδα είναι «ούνα φάτσα, ούνα ράτσα». Θα μου άρεσε να πιστεύω ότι, τουλάχιστον όσον αφορά τον πολιτισμό, η κατάσταση στην Ελλάδα είναι διαφορετική από εκείνη της Ιταλίας.


Με τον Γιάννη Ρίτσο, τη δεκαετία του ’70, στο σπίτι τού Ελληνα ποιητή στην Αθήνα. Τους συνέδεε μια πολύχρονη στενή φιλία.

– Μεταφράσατε την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, ένα επικό εγχείρημα.
– Δούλευα επί πέντε χρόνια, πριν από λίγο καιρό ολοκλήρωσα τη μετάφραση και τώρα την ξανακοιτάζω. Νομίζω ότι μέσα σε έναν χρόνο θα μπορεί να εκδοθεί. Ξέρω πως οι Ελληνες δεν αγαπούν πολύ τον Καζαντζάκη, ειδικά την «Οδύσσειά» του. Λένε ότι δεν διαβάζεται εξαιτίας των περίπου 8.000 αθησαύριστων λημμάτων. Ο Καζαντζάκης όμως ήταν ένας ειδωλολάτρης των λέξεων, πέρασε χρόνια γυρίζοντας τα χωριά και τα νησιά του Αιγαίου εξοπλισμένος με σημειωματάρια όπου κατέγραφε τις λέξεις του απλού λαού, των βοσκών, των αγροτών, των ψαράδων. Είχε καταλάβει ότι αυτές οι λέξεις προορίζονταν να εξαφανιστούν, και ήθελε να τις σώσει από τη λήθη. Πιστεύω πως λίγοι έχουν κατανοήσει ότι, πέρα από ένα εκπληκτικό ποίημα, το τελευταίο μεγάλο ποίημα του 20ού αιώνα, η «Οδύσσεια» είναι επίσης μια γλωσσική κιβωτός του Νώε, όπου ο σπουδαίος Κρητικός έβαλε χιλιάδες ελληνικές λέξεις που θα χάνονταν λόγω του κατακλυσμού του πολιτισμού. Ετσι τις έσωσε και τις μετέφερε στο όρος Αραράτ του μέλλοντος. Βέβαια, στην Ελλάδα θα αρκούσε να φτιάξει κανείς ένα λεξικό του Καζαντζάκη (υπάρχει για λιγότερο σημαντικούς συγγραφείς), ή να κάνει μια έκδοση της «Οδύσσειας» συνοδευόμενη από ένα γλωσσάρι με όλα τα αθησαύριστα λήμματα. Κανείς όμως δεν το έχει κάνει.

– Μια ζωή αφιερωμένη στη λογοτεχνία και ειδικά στην ποίηση. Ποια η μεγαλύτερη θυσία και ποια η μεγαλύτερη χαρά;
– Η ποίηση είναι κόρη του πάθους και των δύο αγγέλων του, του έρωτα και του πόνου. Χωρίς πάθος δεν υπάρχει ποίηση. Εχοντας αφιερώσει με πάθος όλη μου τη ζωή στην ποίηση, η μεγαλύτερη θυσία ήταν να αρνηθώ πολλά άλλα πράγματα. Αντιθέτως, η μεγαλύτερη χαρά ήταν ότι μπόρεσα να διαβάσω τους σημαντικότερους ποιητές του κόσμου, να γνωρίσω προσωπικά πολλούς και να γίνω φίλος με μερικούς θαυμάσιους ανθρώπους.

Η συνέντευξη που παραχώρησε ο κ. Κροτσέτι στην «Κ» μεταφράστηκε από την κ. Μαρία Φραγκούλη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ