ΜΟΥΣΙΚΗ

Μυσταγωγία και κατάνυξη χάρη στον Τόμας Χένγκελμπροκ

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Οι ερμηνείες του Χένγκελμπροκ συνδύασαν δύναμη και ένταση στα όρια του εκρηκτικού με στιγμές γαλήνης και υπερβατικής ομορφιάς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Αρκετό καιρό είχε το αθηναϊκό κοινό να ακούσει τόσο άρτια μουσικά σύνολα, όσο αυτά που εμφανίστηκαν στις 25 Ιανουαρίου στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής. Τον Απρίλιο του 2017 η χορωδία και το ενόργανο σύνολο Μπαλτάζαρ Νόιμαν υπό τη διεύθυνση του ιδρυτή τους Τόμας Χένγκελμπροκ είχαν ερμηνεύσει τα «Κατά Ιωάννην Πάθη» του Μπαχ. Φέτος επέστρεψαν για την «Εξοχη Λειτουργία» του ελάχιστα γνωστού Γιόχαν Κάσπαρ Κερλ και τη «Λειτουργία εις κεκοιμημένους» του Μότσαρτ. Με τις ιστορικά ενημερωμένες ερμηνείες τους το σύνολο οργάνων εποχής και η πολυάριθμη χορωδία ξεχώρισαν για την υποδειγματική πειθαρχία όσο και για τη μουσικότητά τους. Συνδύασαν δύναμη και ένταση στα όρια του εκρηκτικού με στιγμές γαλήνης και υπερβατικής ομορφιάς, ευγένεια, λεπτότητα και σπάνια φροντίδα για τη λεπτομέρεια.

Τα δύο έργα, μεταξύ τους πολύ διαφορετικά, δόθηκαν δίχως διάλειμμα. Το πρώτο, γραμμένο κατά το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, είναι φωτεινό, μεγάλης γλυκύτητας αλλά μάλλον στερεότυπο. Λειτούργησε ιδανικά ως προοίμιο του δεύτερου, που είναι γραμμένο περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα και συνεπώς εκφράζεται έτσι κι αλλιώς μέσα από διαφορετικούς κώδικες. Πέρα, όμως, από τις προφανείς διαφορές λόγω εποχής, το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ είναι μουσικό κείμενο ευρύτατου εκφραστικού εύρους και μεγάλης δύναμης, γραμμένο από μια ιδιοφυΐα: αποτελεί ένα από τα αδιαμφισβήτητα μνημεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Στη «Λειτουργία» του Κερλ «έξοχες» ήταν ιδιαίτερα οι συνομιλίες των μονωδών με λιγοστά –κάποτε και ένα μόνον– όργανα της ορχήστρας, στιγμές που χάριζαν ανάταση και χαμόγελο. Ο Χένγκελμπροκ επέλεξε διάταξη που ευνοούσε τον «στερεοφωνικό» ήχο, τοποθετώντας στο κέντρο του σχηματισμού τα όργανα με τις χαμηλές συχνότητες, δηλαδή τα χαμηλά έγχορδα και τις χαμηλές φωνές, αφήνοντας περιμετρικά τις υψηλές συχνότητες. Η ηχητική εικόνα φάνηκε να τον απασχολεί ιδιαίτερα, καθώς η χορωδία αναδιατασσόταν αρκετά συχνά, πάντα αθόρυβα, ακόμα και ανάμεσα στα μέρη του «Ρέκβιεμ», προκειμένου να πετύχει άλλοτε έναν ήχο πιο εστιασμένο και συνεπώς πιο δυνατό και άλλοτε ένα αποτέλεσμα περισσότερο μαλακό και διάφανο.

Είχε σημασία αυτή η διάκριση, στον βαθμό που το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ αποδόθηκε με ιδιαίτερα δραματικό τρόπο και μεγάλη διάκριση ανάμεσα στα μέρη του. Κάθε ενότητα διέθετε διακριτή ταυτότητα και χαρακτήρα, αντανακλώντας γλαφυρά το κείμενο. Η τρομακτική δύναμη και το γήινο στοιχείο που εξέπεμπαν η ορχήστρα, συναντούσαν την πνευματικότητα και την ανάταση που ανέδιδαν οι φωνές.

Με συνέπεια προς την αισθητική της ερμηνείας του ο Χένγκελμπροκ δεν επέλεξε οπερατικές φωνές αλλά τραγουδιστές από την εξαιρετική χορωδία του. Ξεχώρισαν η υψίφωνος Κάτια Στούμπερ για την καθαρότητα του ηχοχρώματος και ο τενόρος Γιαν Πέτρικα για την ακρίβεια της φωτεινής φωνής του. Συνέβαλαν και αυτοί σε μία ανάγνωση υψηλής αισθητικής και μεγάλης εκφραστικότητας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ