ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ*

Το πρόβλημα με τις ελίτ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​εβδομάδα που ακολουθεί την ετήσια συνάντηση του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ (WEF) στο Νταβός συνοδεύεται με άρθρα που σχολιάζουν δηκτικά την ελίτ που πληρώνει αδρά για μια θέση σε αυτήν την επιλεκτική σύναξη. Η άνοδος του λαϊκισμού και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, άλλωστε, καθιστά την ίδια την ιδέα μιας «ελίτ», και ακόμη περισσότερο των συναντήσεών της, εύκολο στόχο. Είναι εύκολο να εντοπίσει κανείς λανθασμένες εκτιμήσεις του περυσινού Νταβός ή να επισημάνει το χάσμα μεταξύ των πραγματικών προβλημάτων και των θεμάτων που απασχολούν την ελίτ, την οποία παρουσιάζουν ολοένα και πιο αποκομμένη από την πραγματικότητα.

Τα πράγματα είναι χειρότερα από ό,τι υποδηλώνεται από αυτήν την κριτική. Η αυξανόμενη, σχεδόν ανακλαστική απεμπόληση του ρόλου της ελίτ είναι πιο διαβρωτική απ’ ό,τι ίσως φαίνεται. Το πρόβλημα στις Ηνωμένες Πολιτείες, π.χ., δεν είναι τόσο ότι η ελίτ έπαψε να αντιλαμβάνεται τι χρειάζεται η κοινωνία, αλλά ότι τμήμα της άρχουσας ομάδας έπαψε να θεωρεί ότι η συμμετοχή στην ελίτ συνεπάγεται υποχρεώσεις. Ο πρόεδρος Τραμπ, ο υπουργός Οικονομικών Μνούτσιν, η υπουργός Παιδείας Ντε Βος δεν είναι φρέσκα πρόσωπα «από το πουθενά» που ανανεώνουν την αμερικανική πολιτική ζωή. Είναι εύπορα άτομα, τα οποία ουδέποτε θεώρησαν ότι ήταν σημαντικό να γίνουν αποδεκτοί ως μέρος μιας ομάδας με οικονομικά και κοινωνικά προνόμια, που όμως συνοδεύονται από κάποιες υποχρεώσεις. Εν αντιθέσει με άλλους από τους τακτικούς θαμώνες του Νταβός, δεν προσπάθησαν, έστω για το θεαθήναι, να συνεισφέρουν σε κάποιον κοινωνικό σκοπό, όπως π.χ. ο Μπιλ Γκέιτς και άλλοι ομόλογοί του – ασχέτως αν μπορεί κάποιος να τους κατηγορήσει για υποκρισία. Αντιστοίχως, οι νέοι επίδοξοι πολιτικοί κυρίαρχοι στην Αγγλία (Μπόρις Τζόνσον, Ρις-Μογκ) προέρχονται από υψηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα, αλλά καυτηριάζουν την ίδια την ιδέα της «ελίτ». Αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να αναβαπτίζονται στην κολυμβήθρα του λαϊκισμού.

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, οικονομικές και τεχνολογικές αλλαγές έχουν αυξήσει επικίνδυνα την ανισοκατανομή του εισοδήματος, δημιουργώντας υπόκωφα πολιτικά κινήματα. Συγχρόνως, η συμμετοχή στην ανώτερη εισοδηματική ομάδα, αλλά και σε ομάδες πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ισχύος, γίνεται με ολοένα μικρότερη αίσθηση των υποχρεώσεων που έρχονται από την κατοχή μιας προνομιούχου θέσης – καταστρατηγείται δηλαδή το noblesse oblige.

Το ζήτημα είναι ακόμη οξύτερο στην Ελλάδα, χώρα με περιορισμένη κοινωνική παράδοση, οικογενειοκρατικό προσανατολισμό, χωρίς εμπεδωμένα αστικά ανακλαστικά. Η σημερινή κυβέρνηση, εξαπολύοντας μύδρους κατά των «ελίτ», έφερε στο προσκήνιο μιαν ακόμη ετερόκλητη ομάδα σε θέσεις επιρροής, η οποία απεμπολεί τις ευθύνες της με τη δικαιολογία ότι «δεν φοράει γραβάτα». Την ίδια ώρα, εύπορα στρώματα σφυρίζουν αμέριμνα, συνεχίζοντας να έχουν περιορισμένη συνεισφορά. Οι δωρεές ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι από τις χαμηλότερες στην Ε.Ε., περί το ένα δέκατο του αντίστοιχου ποσοστού στην Αγγλία. Οι φορολογικά ευεργετούμενοι πλοιοκτήτες δεν αποτελούν εξαίρεση.

Το να κατηγορεί κανείς συλλήβδην τις ελίτ είναι και αυτό «μια κάποια λύσις». Αντ’ αυτού όμως, μήπως θα ήταν καλύτερο να αποδεχθούμε τη λειτουργία τους, αλλά να περιμένουμε περισσότερα από αυτές; Μήπως θα έπρεπε να ενθαρρύνουμε τις συζητήσεις –από το Νταβός στους καθ’ ημάς Δελφούς ως πρώτο βήμα– και σιγά σιγά να εστιάσουμε σε προσπάθειες που θα έχουν αποτέλεσμα; Η συνειδητοποίηση των υποχρεώσεων της ελληνικής ελίτ ίσως να είναι σημαντικό μέρος της λύσης.

* Ο κ. Μιχ. Γ. Ιακωβίδης κατέχει την έδρα Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας Sir Donald Gordon στο London Business School, όπου είναι καθηγητής Στρατηγικής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ