ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Νέα σελίδα στην 23χρονη ιστορία του γυρνάει ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών (ΔΑΑ) με την επέκταση της σύμβασης παραχώρησης του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος» έως το 2046, η οποία αναμένεται να κυρωθεί αυτή την εβδομάδα από τη Βουλή. Σύμφωνα με κύκλους της διοίκησης της παραχωρησιούχου, η επέκταση της παραχώρησης θα συνοδευθεί από συνολικές επενδύσεις περίπου 2,9 δισ. ευρώ μακροπρόθεσμα, λόγω της εκτιμώμενης ανοδικής πορείας της επιβατικής κίνησης και προς όφελος της εν γένει ανάπτυξης του τουρισμού αλλά και του ομίλου.

Το τίμημα για την 20ετή επέκταση (2026-2046) που θα εισπράξει το ΤΑΙΠΕΔ ανέρχεται σε 1,115 δισ. ευρώ συν ΦΠΑ, αλλά τα έσοδα για το Δημόσιο σε βάθος χρόνου θα προσεγγίσουν συνολικά τα 6 δισ. ευρώ. Και αυτό διότι στο 1,15 δισ. του εφάπαξ τιμήματος πρέπει να προστεθούν και έσοδα από την καταβολή της προβλεπόμενης ετήσιας αμοιβής (15% επί των κερδών προ φόρων ετησίως), που για το σύνολο της εικοσαετούς παράτασης υπολογίζονται στο ποσό των 1,1 δισ. (ονομαστικές τιμές περιόδου 2026-2046), αλλά και τα εκτιμώμενα έσοδα του Δημοσίου από τη φορολογία εισοδήματος ύψους σε 1,7 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με συμβούλους τους ελληνικού Δημοσίου που ασχολήθηκαν με την παράταση της σύμβασης αλλά και πηγές από τις Βρυξέλλες, το ελληνικό Δημόσιο ως μέτοχος του ΔΑΑ υπολογίζεται πως από το 2026 έως το 2046 θα εισπράξει και μερίσματα της τάξης των 2 δισ. ευρώ σε ονομαστικές τιμές περιόδου 2026-2046. Τα μερίσματα αυτά αντιστοιχούν στη σημερινή συμμετοχή του Δημοσίου με 55% στον ΔΑΑ, αλλά μέρος τους θα κεφαλαιοποιηθεί νωρίτερα με την επικείμενη πώληση του 30% του μετοχικού κεφαλαίου του ΔΑΑ από το ΤΑΙΠΕΔ. Ισχυρό ενδιαφέρον εκτιμάται ότι θα εκδηλώσει το καναδικό συνταξιοδοτικό ταμείο PSP, που εξαγόρασε το 2013 την εταιρεία Hochtief Airport (η οποία σήμερα ονομάζεται Avi Alliance), θυγατρική της γερμανικής κατασκευαστικής Hochtief. Το PSP είναι συνταξιοδοτικό ταμείο του καναδικού δημοσίου με 150 δισ. καναδικά δολάρια σε κεφάλαια υπό διαχείριση και αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς μακροχρόνιους ξένους επενδυτές στην Ελλάδα. Αν και γι’ αυτό το 30% αναμένεται να ενδιαφερθούν ενδεχομένως και άλλα επενδυτικά κεφάλαια μακροχρόνιου επενδυτικού ορίζοντα, λόγω των υψηλών μερισματικών αποδόσεων που ο ΔΑΑ εξασφαλίζει, η παρουσία του PSP με 40% στο μετοχικό κεφάλαιο και η έμπρακτη δέσμευσή του τώρα να χρηματοδοτήσει την επέκταση της σύμβασης παραχώρησης αποδεικνύουν στην πράξη τη θέλησή του να παραμείνει στην Ελλάδα ως μακροπρόθεσμος επενδυτής, αναφέρουν στην «Κ» κύκλοι που γνωρίζουν τις προθέσεις του εν λόγω επενδυτικού κεφαλαίου.

Ομως η υπόθεση του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών δεν είναι απλά μια ευκαιρία για έσοδα του Δημοσίου. Στις δύο δεκαετίες της λειτουργίας του έχει συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της χώρας και ειδικά του τουρισμού: το νέο αεροδρόμιο της Αθήνας άλλαξε την αντίληψη για τη λειτουργία των υποδομών στη χώρα, επεκτείνοντας τις δραστηριότητές του πολύ πέραν αυτών ενός απλού μεταφορικού κόμβου, και έχει διαμορφώσει μια πολυπληθή επιχειρηματική κοινότητα στην οποία απασχολούνται 16.000 εργαζόμενοι σε πάνω από 370 επιχειρήσεις και φορείς. Το ευρύτερο αποτύπωμα της λειτουργίας του αεροδρομίου στην εθνική οικονομία και στην αγορά εργασίας, βάσει πρόσφατης μελέτης του ΙΟΒΕ (2018), αντιστοιχεί σε 4,4% του ΑΕΠ (7,9 δισ. ευρώ). Επιπροσθέτως, η συνεισφορά στην απασχόληση από τη λειτουργία του αεροδρομίου εκτιμάται σε 181.000 θέσεις εργασίας σε όλη τη χώρα (4,8% επί του συνόλου της εγχώριας απασχόλησης).

Αύξηση επιβατών

Κατά την τελευταία δεκαετία, η επιβατική κίνηση στο αεροδρόμιο έχει αυξηθεί από 16.466.491 επιβάτες σε 24.135.736, αυξάνοντας μαζί και την προστιθέμενη αξία που παράγει ο ΔΑΑ, σημειώνουν οικονομολόγοι. Ο ΔΑΑ, επενδύοντας στην προσέλκυση νέων αεροπορικών εταιρειών, στην αύξηση της διασυνδεσιμότητας και στην προβολή της πόλης σε συνεργασία με τους φορείς του τουρισμού και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, πέτυχε κατά την περίοδο 2013-2018 αύξηση της κίνησης κατά 92,5%, της διεθνούς κίνησης κατά 99,2% και αύξηση ξένων επισκεπτών της Αθήνας κατά 119%. Πηγές του ΤΑΙΠΕΔ σημειώνουν πως από όλη αυτή την ανάπτυξη της εταιρείας διαχείρισης του αεροδρομίου το ελληνικό Δημόσιο, με βάση της σύμβαση παραχώρησης και τη συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο, απολαμβάνει το 75% του παραγόμενου εισοδήματος (μερίσματα, φόροι εισοδήματος, τέλη, μισθώματα κ.λπ.), που για την περίοδο 2001-2017 μεταφράστηκε σε έσοδα 1,655 δισ. ευρώ, έναντι 566 εκατ. που εισέπραξαν οι ιδιώτες μέτοχοι.

Παράλληλα, στα 18 χρόνια λειτουργίας του υπήρξε σημαντική διεθνής αναγνώριση της εταιρείας Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών Α.Ε. (ΔΑΑ) σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας και εξυπηρέτησης με 87 βραβεία.

Η χρηματοδότηση της παράτασης

Το τίμημα για την επέκταση της περιόδου παραχώρησης (1,115 δισ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ) θα χρηματοδοτηθεί τόσο από τα ταμειακά διαθέσιμα του ΔΑΑ, όσο και από τραπεζικό δανεισμό. Πιο συγκεκριμένα, κατόπιν απόφασης των μετόχων να μη λάβουν μέρισμα τα τελευταία χρόνια, τα ταμειακά διαθέσιμα του ΔΑΑ που θα διατεθούν για την πληρωμή του τιμήματος ανέρχονται σε 490 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, ο ΔΑΑ έχει εξασφαλίσει ήδη χρηματοδότηση έως 665,6 εκατ. έχοντας υπογράψει τις απαιτούμενες δανειακές συμβάσεις με την Κοινοπραξία Τραπεζών Εθνική/Πειραιώς, οι οποίες έχουν υπογράψει με την ΕΤΕπ συμφωνία πιστωτών. Η σύμβαση που κατατέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή έχει περάσει από το Ελεγκτικό Συνέδριο, που έκρινε πως δεν κωλύεται η υπογραφή της σύμβασης παράτασης μεταξύ του ΔΑΑ, του ελληνικού Δημοσίου και του ΤΑΙΠΕΔ. Εχει επίσης λάβει το πράσινο φως από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG COMP) δυνάμει της από 13.12.2018 σχετικής απόφασης, με την οποία κρίθηκε ότι η συναλλαγή δεν παραβιάζει τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων της συνθήκης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ έχει εγκριθεί και από τη γενική διεύθυνση εσωτερικής αγοράς, βιομηχανίας, επιχειρηματικότητας και ΜΜΕ (DG GROW) με την από 11.12.2018 απόφαση, που χαρακτηρίζει την παράταση της σύμβασης απολύτως σύμφωνη και συμβατή με το ενωσιακό δίκαιο περί δημοσίων προμηθειών, αλλά και από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (υφιστάμενος δανειστής του ΔΑΑ), η οποία χορήγησε στις 18.12.2018 όλες τις απαραίτητες εγκρίσεις σε σχέση με τη σύμβαση παράτασης. Το καθαρό έσοδο για το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων ανέρχεται σε 1.115 εκατ. ή 1.383 εκατ. συμπεριλαμβανομένου 24% ΦΠΑ.

Πώς αυξήθηκε το τίμημα από τα 250 εκατ. στο 1,115 δισ.

Πολλή κουβέντα έγινε για το πώς το 2017 συμφωνήθηκε τίμημα 484 εκατ. το οποίο τελικά έφτασε το 2018 στο 1,115 δισ. Λίγοι όμως θυμούνται πως το αρχικό τίμημα δεν ήταν τα 484 εκατ. του 2017 αλλά τα 250 εκατ. του 2011. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή: Οπως προκύπτει από τις εισηγητικές εκθέσεις των κρατικών προϋπολογισμών για τα έτη 2011 και 2012, το εκτιμώμενο τίμημα για την επέκταση της περιόδου παραχώρησης είχε προσδιοριστεί τότε στα 250 και 230 εκατ. αντίστοιχα. Της τάξης των 250-300 εκατ. ήταν και οι εκτιμήσεις του τιμήματος σύμφωνα με τις διαπραγματεύσεις της περιόδου 2014 με βάση τις τότε πληροφορίες. Το εύρος των μεταβολών του τιμήματος αποδίδεται από τους οικονομολόγους και τους νομικούς που ασχολήθηκαν με το ζήτημα στη μακρά περίοδο προεξόφλησης και στα υψηλά προεξοφλητικά επιτόκια κατά την περίοδο της κρίσης. Ειδικότερα, το αρχικό τίμημα (το δικαίωμα παράτασης μέσω διαπραγμάτευσης προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 4.2 της αρχικής σύμβασης ανάπτυξης αεροδρομίου του 1996 και εμπεριεχόταν μάλιστα και στα τεύχη διαγωνισμού του 1991) εξαρτάται από παραμέτρους όπως μακροοικονομικά δεδομένα, τουρισμός, κίνηση αεροδρομίου, κερδοφορία και μερίσματα. Αλλά η βαρύνουσα, κρίσιμη παράμετρος, δεδομένης της μακράς περιόδου προεξόφλησης, είναι το κόστος χρήματος, δηλαδή το προεξοφλητικό επιτόκιο για τον προσδιορισμό του τιμήματος, δεδομένου ότι το δικαίωμα ενεργοποιείται το 2026. Κατά τη διάρκεια των μνημονίων και της ελληνικής κρίσης το θέμα των προεξοφλητικών επιτοκίων ήταν ένα ιδιαίτερα ακανθώδες ζήτημα. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ ΔΑΑ και ελληνικού Δημοσίου (που είναι παράλληλα μέτοχος με 55% στον ΔΑΑ) ξεκίνησαν την περίοδο του πρώτου μνημονίου. Αλλά οι τότε διοικήσεις του ΤΑΙΠΕΔ (που έχει το δικαίωμα της 20ετούς παραχώρησης) δεν ολοκλήρωσαν τη διαδικασία λόγω πολιτικών αλλαγών και εξελίξεων παρότι τόσο το φθινόπωρο του 2011 όσο και το φθινόπωρο του 2014, οι διαπραγματεύσεις είχαν φθάσει σε πολύ ώριμο στάδιο. Σε εκείνες τις διαπραγματεύσεις το τίμημα, όπως προαναφέρθηκε, είχε σχεδόν συμφωνηθεί στα 250 με 300 εκατ. Η ολοκλήρωση της 20ετούς παράτασης (και η πώληση του 30% του ΔΑΑ από το 55% συνολικά που κατέχει το Δημόσιο μέσω του ΤΑΙΠΕΔ) αποτέλεσε υποχρέωση και του τρίτου μνημονίου τον Αύγουστο του 2015. Ετσι η νέα, τρίτη απόπειρα ολοκλήρωσης της συμφωνίας ξεκίνησε με σχετική πρόσκληση που εστάλη από το ΤΑΙΠΕΔ στον ΔΑΑ στα τέλη του 2015. Δεδομένου του μακροχρόνιου ορίζοντα 2016-2046 για την αποτίμηση, η διαδικασία απαίτησε πολύμηνη προετοιμασία με εμπλοκή διεθνών και εγχώριων χρηματοοικονομικών και νομικών συμβούλων, μελετών για την πρόβλεψη κίνησης, επενδύσεων, μακροχρόνιων επιχειρηματικών σχεδίων και μοντέλου αποτίμησης. Εξαιτίας αυτή της τεχνικής προετοιμασίας, οι μελέτες το 2016 βασίστηκαν στα πιο πρόσφατα δεδομένα, που ήταν αυτά του 2015.

Το προεξοφλητικό επιτόκιο ήταν σε άμεση συνάρτηση με την απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου, η οποία στις αρχές του 2016 βρισκόταν σε διψήφια επίπεδα.

Ετσι, το εύλογο προεξοφλητικό επιτόκιο συμπεριλαμβανομένου του επιχειρηματικού ρίσκου ήταν αντίστοιχο όλων των προηγούμενων διαπραγματεύσεων των περιόδων 2011-12 και 2013-14. Στη βάση αυτή, ολοκληρώθηκε η διαπραγμάτευση στο τέλος του 2016 αλλά δεν υποβλήθηκε επίσημη προσφορά, λόγω κυβερνητικού ανασχηματισμού και αλλαγής διοίκησης του ΤΑΙΠΕΔ τον Νοέμβριο του 2016. Επειτα από πιέσεις των πιστωτών κατά τη δεύτερη αξιολόγηση του τρίτου μνημονίου τον Μάρτιο του 2017, υποβλήθηκε στο ΤΑΙΠΕΔ τον Μάιο του 2017 προσφορά 484 εκατ. (600 εκατ. με τον ΦΠΑ), η οποία έγινε δεκτή. Σε αυτή την προσφορά προβλεπόταν ότι για να τεθεί σε ισχύ η συμφωνία και να καταβληθεί το τίμημα, θα έπρεπε να δοθούν όλες οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές (DG Comp, DG Grow, Ελεγκτικό Συνέδριο, ΕΤΕπ και Βουλή). Η DG Comp λοιπόν δεν παρενέβη, όπως αναφέρεται οψίμως, αλλά η συμφωνία της υπεβλήθη προς έγκριση σύμφωνα με τις προβλέψεις του συμβατικού κειμένου, αφού ελέγχθηκε από όλους τους διεθνείς συμβούλους και το συμβούλιο εμπειρογνωμόνων του ΤΑΙΠΕΔ. Η προσφορά εκείνη ήταν ήδη διπλάσια των στόχων που είχαν τεθεί τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο μνημόνιο. Οι διαβουλεύσεις για την έγκριση από την DG Comp διήρκεσαν από τον Ιούνιο του 2017 έως τον Ιούνιο του 2018. Με άδηλο ίσως στόχο την αποπληρωμή του μέγιστου ποσού χρέους από τη συγκεκριμένη αποκρατικοποίηση και δεδομένης της σημαντικής μείωσης του κόστους των ελληνικών ομολόγων, χρειάστηκε να γίνει εκ νέου αποτίμηση με βάση τις βελτιωμένες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και του αεροδρομίου, εξηγούν στην «Κ» νομικές πηγές από τις Βρυξέλλες. Ετσι, το τίμημα ανήλθε από 484 εκατ. σε 1,115 δισ. (χωρίς ΦΠΑ) κυρίως λόγω της αποκλιμάκωσης του κόστους των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου κατά περίπου 400 μ.β., την περίοδο διαπραγμάτευσης. Η αύξησή του λοιπόν, σύμφωνα με συμβούλους που ασχολήθηκαν με το έργο, αντανακλά το κόστος επένδυσης στη χώρα που μείωσε σημαντικά το προεξοφλητικό επιτόκιο. Ολες οι άλλες παράμετροι, όπως αυξημένη κίνηση, κερδοφορία, χρηματοδότηση, κ.ά., λόγω του ειδικού οικονομικού ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει την αρχική σύμβαση ανάπτυξης αεροδρομίου, υπολογίζεται πως έχουν σχετικά μικρή επίπτωση στην αύξηση του τιμήματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ