ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Μπομπ Τραα: Ιδιωτικοποιήσεις (μέρος 1ο)

ΜΠΟΜΠ ΤΡΑΑ*

Τα στελέχη δεν μπορούν να αποφύγουν τη λήψη απόφασης, διότι αν δεν αντιδράσουν στις νέες πληροφορίες (νέες τιμές) που εμφανίζονται συνεχώς, τότε θα το πράξει κάποιος ανταγωνιστής και η εταιρεία θα καταλήξει να βρεθεί εκτός προγράμματος και πίσω από τον ανταγωνισμό.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο​​ρισμένες φορές πρέπει κανείς να είναι τολμηρός και να θίγει ευαίσθητα θέματα. Σε κάποιες χώρες είναι φλέγον ζήτημα κατά πόσον το πολιτικό σύστημα θα πρέπει να είναι ο ιδιοκτήτης και να ελέγχει τη λειτουργία κρατικών επιχειρήσεων. Αν οι άνθρωποι τρέφουν πολύ ισχυρά αισθήματα για ένα θέμα, τότε κανείς πρέπει να το σεβαστεί. Και πολύ συχνά ενδέχεται να μην υπάρχει μόνο μια άποψη που να δίνει επαρκή απάντηση, διότι οι αντιλήψεις διαμορφώνονται από τις εμπειρίες καθενός και κάθε άτομο βιώνει τη ζωή του από ελαφρώς διαφορετική οπτική γωνία από τον διπλανό του. Οπότε θα πρέπει κανείς να το θυμάται αυτό και να μη βιάζεται να βγάζει συμπεράσματα. Η ενδελεχής εξέταση ενδέχεται να οδηγήσει σε διεισδυτικά συμπεράσματα τα οποία να ανταποκρίνονται σε διαφορετικές εμπειρίες και συνεπώς να προσδίδουν σαφήνεια.

Ορισμένοι άνθρωποι αντιδρούν συναισθηματικά στο θέμα των κρατικών εταιρειών. Αλλοι αντιδρούν με τη λογική. Και οι δύο τρόποι είναι αποδεκτοί. Προσωπικά συνιστώ να διατηρεί κανείς νηφάλια στάση και να αναζητήσει τρόπους ώστε να συνδυάσει τις δύο προσεγγίσεις. Αν το καταφέρει κανείς αυτό, τότε ο φόβος τείνει να υποχωρεί και μπορεί να κοιμάται καλύτερα τα βράδια – ο στοχασμός μπορεί να ηρεμήσει τα πνεύματα.

Ας ανασύρουμε μια ιδέα που είχαμε αναφέρει σε προηγούμενο σημείωμα και η οποία αφορά στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα. Είχαμε αναφέρει πως γενικά ο ιδιωτικός τομέας «παράγει» και ο δημόσιος τομέας «διοικεί και ρυθμίζει». Βέβαια, για να υπάρξει μια καλοκουρδισμένη οικονομία είναι απαραίτητοι και οι δύο τομείς. Οι ελεύθερες και ανταγωνιστικές αγορές στις οποίες βασίζεται ο ιδιωτικός τομέας είναι πανίσχυρες, ωστόσο δεν μπορούν να επιλύσουν όλα τα προβλήματα που εμφανίζονται σε μια οικονομία ή σε μια κοινωνία. Οι καλές κυβερνήσεις είναι απαραίτητες ώστε να μεγιστοποιηθεί η κοινωνική ευημερία. Κακές κυβερνήσεις μπορούν να πλήξουν σημαντικά την κοινωνική ευημερία.

Οπότε, ποια είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της επιτυχίας στον ιδιωτικό τομέα και στον δημόσιο τομέα; Θα προχωρήσει σε μια υπόθεση που κατ’ εμέ περιγράφει την ουσία για τις αγορές και τις κυβερνήσεις: για την επιτυχία των αγορών είναι ουσιαστικής σημασίας η «αποφασιστικότητα» και για την επιτυχία των κυβερνήσεων ουσιαστικής σημασίας είναι η «διαβούλευση». Τι εννοώ;

Τα διευθυντικά στελέχη των ιδιωτικών εταιρειών ανταγωνίζονται μεταξύ τους στην αγορά. Πρέπει να διαβάζουν καθημερινά χιλιάδες πληροφορίες, να τις επεξεργάζονται και στη συνέχεια να αποφασίζουν ποια θα είναι η θέση που θα πάρει η επιχείρηση και τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παράγει. Αυτά τα στελέχη υπερασπίζονται ιδιωτικά συμφέροντα. Οι πληροφορίες που πρέπει να διαβάζουν και να ερμηνεύουν καθημερινά είναι οι τιμές, οι οποίες αλλάζουν επίσης καθημερινά. Τα στελέχη δεν μπορούν να αποφύγουν τη λήψη απόφασης, διότι αν δεν αντιδράσουν στις νέες πληροφορίες (νέες τιμές) που εμφανίζονται συνεχώς, τότε θα το πράξει κάποιος ανταγωνιστής και η εταιρεία θα καταλήξει να βρεθεί εκτός προγράμματος και πίσω από τον ανταγωνισμό. Συνεπώς, το πρόβλημα για τα στελέχη του ιδιωτικού τομέα είναι πως ο χρόνος είναι κυριολεκτικά ζωτικής σημασίας και πως επικεντρώνονται στο ιδιωτικό συμφέρον. Εχω μιλήσει με στελέχη ιδιωτικών επιχειρήσεων που επέμεναν πως ορισμένες φορές είναι προτιμότερο να πάρουν μια λανθασμένη απόφαση, παρά να μην αποφασίσουν καθόλου. Οταν είσαι αβέβαιος, όταν παίρνεις μια λανθασμένη απόφαση, θα το ανακαλύψεις γρήγορα, λένε αυτά τα στελέχη, και στη συνέχεια μπορείς να πάρεις τη σωστή απόφαση. Αν δεν πάρεις καμία απόφαση, έρχεται η παράλυση η οποία καθυστερεί τη διαδικασία εύρεσης των τιμών και συχνά αυτή η κατάσταση αποδεικνύεται πιο επιβλαβής για τις επιχειρήσεις από τη διαδικασία να μαθαίνουν μέσω λαθών. Με αυτόν τον τρόπο μαθαίνουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις να διαχειρίζονται το ρίσκο και την αβεβαιότητα.

Αντιπαραθέστε αυτή τη διαδικασία με τα καθήκοντα που έχουν οι πολιτικοί. Αυτοί οι διαχειριστές του δημοσίου αγαθού πρέπει να βρίσκονται διαρκώς σε διάλογο με τους ψηφοφόρους στην περιφέρειά τους, ώστε να διασφαλίζουν ότι τους αντιπροσωπεύουν επάξια κατά τις διαβουλεύσεις για τη σύνταξη νόμων κατά τη διακυβέρνηση και γενικότερα για τα συμφέροντα του λαού. Επικεντρώνονται στο δημόσιο αγαθό το οποίο αφορά σε όλους. Οι πολιτικοί δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αποφάσεις βιαστικά και αντιθέτως θα πρέπει να περνούν μεγάλο χρονικό διάστημα μιλώντας με τους ψηφοφόρους σε μια αμφίδρομη διαδικασία – ακούγοντας τις προτιμήσεις τους αλλά και εξηγώντας τους για ποιους λόγους είναι ορισμένα ζητήματα αναγκαία για τη χώρα. Η διαβούλευση και ο εντοπισμός του τι χρειάζεται να γίνει ώστε να ανθήσει το κοινό αγαθό είναι εξ ορισμού διαδικασία που απαιτεί πολύ χρόνο. Είναι αναγκαίο τα ζητήματα να έχουν ωριμάσει πλήρως προτού καταλήξει η πολιτική διαδικασία στη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Οι πολιτικοί δεν έχουν τη δυνατότητα να πάνε στους ψηφοφόρους μια ημέρα μετά και να πουν «συγγνώμη, έκανα λάθος χθες και τώρα θα κινηθούμε προς την αντίθετη κατεύθυνση», διότι οι αποφάσεις στις οποίες καταλήγει ένας πολιτικός είναι συλλογικές αποφάσεις και όχι ιδιωτικές αποφάσεις.

Ισως αναρωτηθείτε τι σχέση έχουν όλα αυτά με τις κρατικές επιχειρήσεις. Το έργο της πολιτικής δεν έχει προσαρμοστεί καλά στη διοίκηση επιχειρήσεων, διότι οι επιχειρήσεις πρέπει να επικεντρώνονται στις τιμές και να λαμβάνουν αποφάσεις γρήγορα και επανειλημμένως προς το ιδιωτικό τους συμφέρον. Η κυβέρνηση πρέπει να επικεντρώνεται στη διαβούλευση και στη σταδιακή εύρεση συναίνεσης γύρω από το τι θα πρέπει να γίνει προς το κοινό συμφέρον. Συνεπώς το συγκριτικό πλεονέκτημα που έχει ένας πολιτικός δεν ταιριάζει με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη διοίκηση μιας επιχείρησης. Ομοίως, το συγκριτικό πλεονέκτημα ενός στελέχους του ιδιωτικού τομέα δεν είναι το πλέον κατάλληλο για την άσκηση πολιτικής. Οντως, ενδέχεται να προκύψουν σοβαρά προβλήματα όταν τα ιδιωτικά συμφέροντα αρχίζουν να καθορίζουν το κοινό καλό. Σε αυτές τις περιπτώσεις παρουσιάζεται ως «ενίσχυση του κοινού καλού» κάτι που στην πραγματικότητα είναι ιδιωτικά συμφέροντα, γεγονός που σημαίνει πως ο ρόλος της διακυβέρνησης υποβιβάζεται σε εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων. Δεν είναι αυτός ο σωστός τρόπος προάσπισης των συμφερόντων του λαού.

Κοντολογίς, πρόκειται περί λογικής ασυμβατότητας να διοικούν πολιτικοί επιχειρήσεις και στελέχη του ιδιωτικού τομέα να υποκρίνονται πως ενισχύουν το δημόσιο συμφέρον. Αν φαντάζει ορισμένες φορές πως συγχρονίζονται αυτά τα δύο καθήκοντα, τότε πρόκειται ασφαλώς περί «σύμπτωσης» ή περί «τύχης», αλλά κανείς δεν θα έπρεπε να στοιχηματίσει σοβαρά πως θα προκύψουν σημαντικές λύσεις και για τα δύο συμφέροντα.

Αρκεί να αναφέρω ορισμένα απλά παραδείγματα. Πόσες φορές έχετε ακούσει για πολιτικούς που έχουν πρόσβαση σε κρατικές επιχειρήσεις και οι οποίοι τοποθετούν μέλη της οικογένειάς τους ή ψηφοφόρους τους στο μισθολόγιο της επιχείρησης; Και επί τη βάσει ποίων προσόντων γίνονται αυτοί οι διορισμοί; Πόσες φορές έχετε ακούσει για στελέχη επιχειρήσεων που έχουν βρεθεί σε δυσχερή θέση επειδή πολιτικοί παρεμβαίνουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, υποχρεώνοντας τα στελέχη να αλλάξουν τις τιμές που χρεώνει η επιχείρηση, επειδή ο πολιτικός ήθελε να διανείμει μια κρατική επιδότηση σε μια μερίδα ανθρώπων που χρησιμοποιούν τα αγαθά ή τις υπηρεσίες της επιχείρησης; Στη συνέχεια το στέλεχος της επιχείρησης πρέπει να κάνει ό,τι καλύτερο δεδομένων των συνθηκών και να ελπίζει πως η επιχείρηση δεν θα βρεθεί εκτός συναγωνισμού. Τότε όμως τα στελέχη αυτής της επιχείρησης δεν γίνεται να αποδεχθούν πλήρη ευθύνη για τις αποφάσεις τους και εσείς δεν μπορείτε να τους θεωρήσετε πλήρως υπεύθυνους. Το αποτέλεσμα είναι συχνά οι πολιτικοί να διορίζουν και στελέχη επιχειρήσεων, τα οποία φυσικά είναι φίλοι τους. Τα πράγματα αρχίζουν και διαστρεβλώνονται όλο και περισσότερο και η επακόλουθη καταστροφή της αξίας της επιχείρησης όλο και μεγαλώνει.

Ομοίως, το να επιτρέπεται σε στελέχη ιδιωτικών επιχειρήσεων να καθορίζουν πολιτικές αποφάσεις «εκ μέρους της κοινωνίας» είναι σαν να βάζεις τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα. Αυτό θα οδηγήσει σε σταδιακή εξαφάνιση των προβάτων και στο τέλος της ημέρας οι ψηφοφόροι θα απομείνουν με άδειο μαντρί.

Συνεπώς, το θέμα των κρατικών επιχειρήσεων μπορεί να ερμηνευτεί ως είδος προβλήματος ανάθεσης αποστολής: ποιος κάνει καλύτερα τι στην κοινωνία και ποιος μπορεί να πετύχει το καλύτερο αποτέλεσμα; Απαντώντας αυτό το ερώτημα, πρέπει κανείς να προσδιορίζει με επάρκεια τα κίνητρα και να συνταιριάζει τις ικανότητες που απαιτούνται για τη γρήγορη λήψη αποφάσεων υπό πίεση έναντι της ανάγκης για διαβούλευση με το καθήκον για μεγιστοποίηση του ιδιωτικού έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Αν ανατεθούν αυτά τα καθήκοντα με λανθασμένο τρόπο, τότε θα προκληθεί ζημία τόσο στην επιχείρηση όσο και στην κυβέρνηση και η κοινωνική ευημερία δεν θα είναι η βέλτιστη – η παραγωγικότητα θα υποχωρήσει.

Ορισμένοι ανήσυχοι αναγνώστες θα επισημάνουν πως κάποιες ιδιωτικές εταιρείες είναι «φυσικά μονοπώλια», δηλαδή υπάρχει μόνο ένας παράγοντας που να μπορεί να ικανοποιήσει ολόκληρη την αγορά, οπότε πρόκειται περί αποτυχίας της αγοράς με την έννοια πως δεν υπάρχουν παράγοντες που να μάχονται για απόκτηση μεριδίου αγοράς και δεν υπάρχει ευεργετικός ανταγωνισμός. Αυτοί οι αναλυτές θεωρούν πως δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά να αναλαμβάνει η κυβέρνηση τη διοίκηση τέτοιων επιχειρήσεων, συνήθως πρόκειται για εταιρείες κοινής ωφέλειας όπως επιχειρήσεις ηλεκτρισμού, ύδρευσης ή αποχέτευσης.

Υπάρχουν δύο προβλήματα με αυτό το επιχείρημα: Πρώτον, οι τεχνολογίες αλλάζουν και τα φυσικά μονοπώλια μεταβάλλονται συνεχώς και αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό. Δεύτερον, η πιθανή ύπαρξη ενός φυσικού μονοπωλίου δεν αποτελεί λογικό επιχείρημα υπέρ της ανάγκης το κράτος να κατέχει τέτοιου είδους επιχειρήσεις και οι φορολογούμενοι να αναλαμβάνουν τεραστίου μεγέθους επιχειρηματικά ρίσκα. Αντιθέτως, η ύπαρξη φυσικών μονοπωλίων υποδηλώνει πως ο δημόσιος τομέας έχει κάθε λόγο να συζητήσει και στη συνέχεια να εφαρμόσει επαρκές κανονιστικό πλαίσιο για τέτοιου είδους επιχειρήσεις, περιλαμβανομένης της προστασίας των καταναλωτών, ενώ θα εναπόκειται στα στελέχη του ιδιωτικού τομέα να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με βάση τους υπάρχοντες κανονισμούς. Η κατοχή μιας επιχείρησης και η εκπόνηση ρυθμιστικού πλαισίου για μια επιχείρηση είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα και το κράτος δεν είναι ανάγκη να κατέχει οποιαδήποτε επιχείρηση ώστε να είναι δίκαιη κανονιστική αρχή και να προστατεύει το κοινό αγαθό. Αν, όμως, επιμένει το κράτος να κατέχει μια επιχείρηση, τότε έχουμε ένα άλλο είδος λύκου (τον πολιτικό) να φυλάει τα πρόβατα (την επιχείρηση) και ο κίνδυνος είναι πάλι να χαθούν τα πρόβατα και οι φορολογούμενοι στο τέλος να φορτωθούν μόνο ζημίες για την επένδυσή τους.

Συνεπώς, υπάρχει λογική ασυνέπεια, κατά την άποψή μου, το κράτος, το οποίο βασίζεται στη διαβούλευση, να κατέχει επιχειρήσεις που πρέπει να λαμβάνουν αποφάσεις τάχιστα. Το κράτος είναι καλό στη διαβούλευση, αλλά οι επιχειρήσεις δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν και αυτά που έχουν ανάγκη οι επιχειρήσεις ώστε να ευημερήσουν, το κράτος δεν μπορεί να τα παράσχει. Η σύνταξη ενός κανονιστικού πλαισίου, σοβαρού, μετριοπαθούς και με το λιγότερο κόστος, είναι αυτό που πρέπει να κάνει το κράτος. Η κατοχή παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων δεν είναι απαραίτητη και συχνά αποδεικνύεται επιβλαβής. Φαντάζει καλύτερο να διαχωρίζεται η άσκηση δημόσιας διοίκησης από την παραγωγή στο πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής αγοράς.

Στο επόμενο σημείωμα προς συζήτηση θα προσπαθήσω να υπολογίσω πόσο πολύ μπορεί να κοστίσει η κακοδιοίκηση δημοσίων επιχειρήσεων από το πολιτικό σύστημα. Ενδεχομένως να διαφωνούν οι αναγνώστες με αυτές τις απόψεις. Ολα τα σχόλια είναι ευπρόσδεκτα.

* Ο αρθρογράφος είναι ανεξάρτητος οικονομολόγος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ