ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μ. Ρεντούμης: Τι κρύβεται πίσω από τη δήλωση ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών

ΜΕΛΕΤΗΣ ΡΕΝΤΟΥΜΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Π​​ρόσφατα με αφορμή το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων που συζητάει η κυβέρνηση, τόσο με τις συστημικές τράπεζες, όσο και με τους δανειστές, υπήρξε μία ξαφνική δήλωση του Γιάννη Δραγασάκη, αντιπροέδρου της κυβέρνησης, περί ανάγκης ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών αν δεν επιτευχθούν οι στόχοι και το πρόβλημα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, ως ποσοστό επί των συνολικών χορηγήσεων.

Είναι γεγονός ότι από τους περισσότερους αναλυτές και όχι μόνο, δεν έγινε κατανοητή η συγκεκριμένη δήλωση, καθώς εκεί που οι τράπεζες βρίσκονται σε έναν πυρετό διαβουλεύσεων τόσο με ξένα funds όσο και με εταιρείες διαχείρισης δανείων από πιστώσεις, για να πετύχουν αξιοπρεπείς τιμές στα χαρτοφυλάκιά τους, έρχεται η συγκεκριμένη δήλωση να ταράξει τα νερά υποδηλώνοντας την κατάσταση των ελληνικών τραπεζών όσον αφορά τη ρευστότητα του συστήματος και την αδυναμία νέας πιστωτικής επέκτασης.

Υπό κανονικές συνθήκες, η κυβέρνηση γνωρίζοντας το πρόβλημα εκ των έσω, δεν θα έπρεπε να προβεί σε μία τέτοια δήλωση, καθώς είναι σαν να προεξοφλεί το αρνητικό αποτέλεσμα των τραπεζών στη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, καθώς και την επιφύλαξη των νέων επενδυτών να συμμετέχουν στα νέα σχήματα που θα δημιουργηθούν.

Δυστυχώς, για μια ακόμη φορά φαίνεται πως το ελληνικό πολιτικό σύστημα διά της παρούσας κυβέρνησης δεν είναι ικανό ή δεν θέλει να στηρίξει την ατμομηχανή της οικονομίας που λέγεται εγχώριο τραπεζικό σύστημα, αλλά το αντιμετωπίζει περισσότερο ως ένα μοντέλο διαπραγμάτευσης και συμβιβασμών, με απώτερο στόχο τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες και τις εκλογικές επιδιώξεις.

Η δήλωση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης έρχεται σε μια περίοδο όπου έχουν ενταθεί οι διαβουλεύσεις και έχουν καταγραφεί οι διαφορετικές απόψεις των τραπεζών σε αρκετά θέματα, όσον αφορά τη διαχείριση των προβληματικών χαρτοφυλακίων, την προστασία της πρώτης κατοικίας, τον εξωδικαστικό συμβιβασμό, καθώς και την αναδιάρθρωση του δανείου με τις προϋποθέσεις ενός «κουρέματος».

Η κυβέρνηση γνωρίζει πως μετά το τέλος του τρίτου μνημονίου, η εποπτεία συνεχίζεται και πως από τη στιγμή που η οικονομία δεν χρηματοδοτείται επαρκώς και δεν έρχονται νέες επενδύσεις, χρειάζεται ένα νέο αφήγημα περισσότερο αριστερής προέλευσης ώστε να αντικαταστήσει τον νόμο Κατσέλη και να ψηφίσει λύσεις που προστατεύουν μεγάλο μέρος των δανειοληπτών, αψηφώντας τόσο την κοινή λογική όσο και το ορθολογικό πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς.

Η εμμονή για παράδειγμα της κυβέρνησης να μπορεί οποιοσδήποτε δανειολήπτης με μία απλή αίτηση στο ειρηνοδικείο να έχει προστασία από τους πιστωτές της, ασχέτως αν είναι κακοπληρωτής ή όχι, ή αν έχει ο ίδιος προκαλέσει προβλήματα ρευστότητας στην αγορά, μέσω κακοδιαχείρισης των πόρων του, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Η αντικειμενικοποίηση των κριτηρίων του εξωδικαστικού συμβιβασμού είναι ένα μείζον θέμα που πρέπει να λύσει η κυβέρνηση, καθώς είναι αδύνατον να υπόκεινται όλοι σε καθεστώς προστασίας και μάλιστα για δάνεια προηγούμενων ετών χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις, που δεν αφορούν στεγαστικά αλλά καταναλωτικά και πιστωτικές κάρτες, τα οποία θεωρούνται ότι κάλυπταν χωρίς όριο ανάγκες που δεν είχαν σχέση με την αξιοπρεπή διαβίωση ενός μέσου νοικοκυριού.

Με βάση τα παραπάνω, φθάνουμε στο συμπέρασμα των προθέσεων της κυβέρνησης, μέσω των πρόσφατων δηλώσεων περί ανακεφαλαιοποίησης, που δεν αποτελεί απλά ένα οικονομικό συμπέρασμα, αλλά μία προειδοποίηση της κυβέρνησης προς τις τράπεζες, ότι αν δεν συνταχθούν και δεν υποχωρήσουν σε κομβικά θέματα στη διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους, τότε θα είναι αναγκασμένες είτε να αναζητήσουν σημαντικά κεφάλαια από το εξωτερικό ή να δεχθούν μέσω κρατικών εγγυήσεων εκ νέου την παρουσία του κράτους ως βασικού μετόχου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις διοικήσεις τους και το μοντέλο που ακολουθείται σήμερα.

Εν κατακλείδι, το θέμα της όποιας ανακεφαλαιοποίησης είναι αντικείμενο καθαρά τεχνοκρατικό, αποτέλεσμα αποτιμήσεων αξιών και δεν μπορεί να αποτελεί παιχνίδι ανακοινώσεων από καμία κυβέρνηση, που δεν ικανοποιείται από τον τρόπο λειτουργίας μιας ελεύθερης οικονομίας.

* Ο κ. Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ