ΕΛΛΑΔΑ

Ο «Δίκαιος των Εθνών» Κ. Γιαννίτσης

ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΙΑΔΗ

Η Irit Ben-Abba, πρέσβειρα του Ισραήλ στην Ελλάδα, παραδίδει στην κ. Ελένη Καππέτου και στον Τάσο Γιαννίτση την τιμητική διάκριση για τον πατέρα τους Κωνσταντίνο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν ο Αλέξανδρος Μωυσής αναλογίζεται το Ολοκαύτωμα και το εφιαλτικό σενάριο ανάλογων διωγμών στο μέλλον, δεν ανησυχεί μήπως βρεθεί ο ίδιος μεταξύ των θυμάτων. Η αγωνία του είναι, αν θα είχε το ψυχικό σθένος να σταθεί στην πλευρά των «Δικαίων» της Ιστορίας, τείνοντας χείρα βοηθείας σε όσους κινδυνεύουν, όπως έπραξε πριν από 75 χρόνια ο Κωνσταντίνος Γιαννίτσης, που διέσωσε τους προγόνους του. «Σήμερα, δεν θα βρισκόμουν ανάμεσά σας ούτε εγώ, ούτε τα παιδιά μου, ούτε ο πατέρας μου, αν δεν είχε υπάρξει μια εξαίρετη οικογένεια», ανέφερε χθες στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Κολλεγίου Αθηνών, όπου μαθητές, εκπαιδευτικοί, εκπρόσωποι της Πολιτείας και της Εκκλησίας συγκεντρώθηκαν για την απονομή του τίτλου του «Δικαίου των Εθνών» του Μουσείου Μνήμης του Ολοκαυτώματος Yad Vashem στον Κωνσταντίνο Γιαννίτση για τη διάσωση της οικογένειας του Ασέρ Ραφαήλ Μωυσή. «Ηταν καθήκον του πατέρα μας να το κάνει, σχετιζόταν με τη φιλία των δύο ανδρών και εξέφραζε την κοσμοθεωρία και τις αξίες του», τόνισε ο καθηγητής και πρώην υπουργός κ. Τάσος Γιαννίτσης, που δεν έκρυψε από το κοινό τη συγκίνηση αλλά και την αμηχανία για τη μεγάλη τιμητική διάκριση στη μνήμη του Κωνσταντίνου Γιαννίτση, που πέθανε το 1982. Απαξ και ενημερώθηκε ότι το όνομα του πατέρα του θα αναρτηθεί πλάι σε εκείνα μεγάλων διεθνών προσωπικοτήτων που συνέβαλαν στη διάσωση Εβραίων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο κ. Γιαννίτσης άρχισε να επεξεργάζεται πληροφορίες και να ανακαλεί μνήμες από τις διηγήσεις του πατέρα του και της αδελφής του, Ελένης Καππέτου, που τότε ήταν οκτώ ετών. Ο ίδιος, εξάλλου, δεν είχε ακόμα γεννηθεί – τους μήνες που ο Κωνσταντίνος Γιαννίτσης έκρυβε την οικογένεια Μωυσή, η γυναίκα του, Τερψιχόρη, κυοφορούσε τον γιο της. Ο πατέρας αφηγούνταν μετέπειτα το συμβάν ως κάτι απλό, κάτι αυτονόητο.

Η φιλία του Ασέρ και του Κωνσταντίνου σφυρηλατήθηκε στα αμφιθέατρα της Νομικής Αθηνών, στα τέλη της δεκαετίας του 1910, και διήρκεσε σε όλη τους τη ζωή. Οταν ο Ασέρ, έχοντας υπόψη τη μοίρα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, αποφασίζει να μη δηλώσει στις Αρχές την οικογένειά του, χρειάζεται επειγόντως πλαστές ταυτότητες και ένα κρησφύγετο. «Το πρώτο το παρείχε ο τότε αρχηγός της Αστυνομίας, Αγγελος Εβερτ, ενώ το κρησφύγετο ήταν κάτι που προσέφερε δωρεάν και με θάρρος ο φίλος του, συμβολαιογράφος, Κωνσταντίνος Γιαννίτσης», διηγείται στην κάμερα των μαθητών ο Ραφαήλ Μωυσής, γιος του Ασέρ. Πρόκειται για την εξοχική κατοικία της οικογένειας στην Κηφισιά, στο ύψος του ΚΑΤ, όπου τότε εκτείνονταν καλλιεργήσιμες εκτάσεις και βοσκοτόπια. «Η μητέρα μου σιωπούσε για λόγους ασφαλείας, αλλά είναι βέβαιο ότι γνώριζε, καθώς το σπίτι της ανήκε» διευκρινίζει ο κ. Γιαννίτσης στην «Κ».

Η γειτονιά της Κηφισιάς υποδέχεται φιλικά και χωρίς πολλές ερωτήσεις τους νεόφερτους αστούς. Ολα μοιάζουν να κυλούν ομαλά μέχρι τη στιγμή που ο πατέρας της οικογένειας πηγαίνει στον «Πλάτανο» της Κηφισιάς για να προμηθευτεί την εφημερίδα του, μια κίνηση που λίγο έλειψε να αποβεί μοιραία. Ενας Θεσσαλονικιός δικηγόρος τον αναγνωρίζει από μακριά και τον ακολουθεί κεκαλυμμένος στο κρησφύγετο. «Ηταν πράκτορας στη Γκεστάπο και ταυτόχρονα είχε μαζί με δύο άλλους μια δική τους “δουλειά”» περιγράφει ο γιος του, Ραφαήλ, «εκβίαζαν Εβραίους για χρήματα και τιμαλφή με αντάλλαγμα τη ζωή τους, αλλά στο τέλος τους παρέδιδαν στους Γερμανούς». Το εν λόγω «σύστημα» αποπειρώνται να εφαρμόσουν και στην οικογένεια Μωυσή. «Ο πατέρας μου είχε την ιδιοφυή ιδέα να τους ξεγελάσει κερδίζοντας χρόνο, πείθοντάς τους ότι σε δύο 24ωρα θα μπορούσε να τους παραδώσει τον πιο πλούσιο Εβραίο της Αθήνας – που βέβαια είχε ήδη διαφύγει στην Παλαιστίνη». Σε δύο μέρες με τη βοήθεια καλών φίλων, η οικογένεια φυγαδεύεται σε ένα σπιτάκι στις «Τρεις Γέφυρες», ενώ οι τρεις γκεσταπίτες που τους αναζητούν στο σπίτι της Κηφισιάς, συλλαμβάνονται ως διαρρήκτες από τη χωροφυλακή. Ο διοικητής της Κηφισιάς δεν τους... χαρίζεται και έτσι οι τρεις τους μοιράζονται ένα κελί μέχρι την Απελευθέρωση.

Περηφάνια και οδύνη

Η εν λόγω ιστορία είναι χαρακτηριστική «μιας Ελλάδας, που από τη μία σε κάνει περήφανο και από την άλλη σου δημιουργεί συναισθήματα οδύνης και αισχύνης», όπως αναφέρει εύλογα ο γιος του διασώστη, που θεωρεί τη δεδομένη χρονική συγκυρία ιδανική για να επεξεργαστούμε γόνιμα το εν λόγω κεφάλαιο της παγκόσμιας ιστορίας. «Η αίσθηση ότι μέλη της οικογένειάς σου στήριξαν ενεργά συνανθρώπους τους για να ξεφύγουν από τη θανάσιμη απειλή του Ολοκαυτώματος ξεπερνά κάθε άλλη ικανοποίηση που έχω γνωρίσει», καταλήγει συγκινημένος ο κ. Γιαννίτσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ