«Μέσα από τις αφηγήσεις νιώθουμε ζωντανοί, είναι ένας τρόπος να διατηρούμε τις αναμνήσεις μας, την ιστορία μας και την κουλτούρα μας», μου λέει η Χάνα Κεντ πίνοντας μια γουλιά κρασί στο ψηλοτάβανο σαλόνι του σπιτιού της στην Αδελαΐδα. Ήταν απόγευμα στην Αυστραλία, όταν η 34χρονη συγγραφέας εμφανίστηκε στην οθόνη του υπολογιστή μου για να απαντήσει στις ερωτήσεις μου, λίγες μέρες πριν από την επίσκεψή της στη χώρα μας για δύο βραδιές γνωριμίας με τους Έλληνες αναγνώστες της στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. 

Όταν ήταν 17 ετών, η Χάνα Κεντ πέρασε κάποιους μήνες στην Ισλανδία, μέσω ενός προγράμματος ανταλλαγής μαθητών, και εκεί ήταν που άκουσε για πρώτη φορά την ιστορία της Άγκνες Μαγκνουσντότιρ, της τελευταίας γυναίκας που καταδικάστηκε σε θανατική ποινή στη χώρα, το μακρινό 1830. Έπειτα από κάποια χρόνια, η Κεντ επέστρεψε στις παγωμένες ισλανδικές επαρχίες, αναζήτησε πληροφορίες για την εποχή και το συγκεκριμένο περιστατικό και τελικά έγραψε την εκδοχή της ιστορίας που αποτέλεσε το πρώτο της μυθιστόρημα, «Έθιμα Ταφής» (2013), γοητεύοντας χιλιάδες αναγνώστες σε όλο τον κόσμο – στην Ελλάδα το βιβλίο έχει φτάσει τις 15.000 πωλήσεις. Σύντομα θα δούμε τα «Έθιμα Ταφής» και στον κινηματογράφο, με την Τζένιφερ Λόρενς στον ρόλο της Άγκνες.  

Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια της έρευνάς της στην Ισλανδία η συγγραφέας βρήκε ένα δημοσίευμα της εποχής, σύμφωνα με το οποίο μια άλλη γυναίκα, στην Ιρλανδία αυτή τη φορά, είχε διαπράξει ένα βίαιο έγκλημα στην προσπάθειά της να απομακρύνει μια νεράιδα. Αμέσως κατάλαβε ότι είχε βρει το επόμενο αντικείμενό της. Έτσι κι έγινε, και το δεύτερο μυθιστόρημά της, «Οι Καλοί», κυκλοφόρησε τρία χρόνια αργότερα. «Αν και τα δύο μου βιβλία διαδραματίζονται στις αρχές του 19ου αιώνα, δεν μπορώ να πω ότι ένιωθα από πριν οποιαδήποτε έλξη για τη συγκεκριμένη εποχή», μου λέει. «Πλέον, βέβαια, μελετώντας τόσο αναλυτικά την περίοδο, συνειδητοποίησα πόσο ενδιαφέροντα ήταν αυτά τα χρόνια, η αρχή μιας μεγάλης αλλαγής για τον κόσμο. Πλέον θέλω να μαθαίνω όλο και περισσότερα για τον καιρό εκείνο και να γνωρίζω τις διαφορετικές παραδόσεις που διασώζονται σε όλο τον κόσμο». 

Έρευνα και φαντασία

Η έρευνα που προηγήθηκε της συγγραφής και των δύο βιβλίων είναι εμφανέστατη στο κείμενό της, με πλήθος λαογραφικών στοιχείων, ιστορικών λεπτομερειών, γλωσσικών ιδιαιτεροτήτων. Είναι βασικό χαρακτηριστικό της σύντομης συγγραφικής της πορείας· και στα δύο βιβλία της κατορθώνει μέσα από την αφήγησή της να ζωντανέψει μια εποχή. Της αναφέρω πόσο αβίαστα ένιωσα να μεταφέρομαι στην καλύβα της Νόρας τη νύχτα του μοιρολογιού του άντρα της στις πρώτες σελίδες των «Καλών», πόση εντύπωση μου είχε κάνει η επιδεξιότητα με την οποία κατασκεύασε, μετά δύο αιώνες, μια τόσο αληθοφανή σκηνή. «Πολύ χαίρομαι που το ακούω αυτό», μου λέει, «γιατί πρέπει να το έγραψα πενήντα φορές αυτό το πρώτο κεφάλαιο μέχρι να μου αρέσει». 

Όπως είναι προφανές, η διαδικασία της έρευνας την ικανοποιεί και, όπως λέει, δεν είναι σίγουρη αν θα μπορούσε να γράψει κάτι χρησιμοποιώντας μόνο τη φαντασία της, αν δεν είχε νωρίτερα μελετήσει. Ωστόσο δεν υπάρχει τίποτα που να ευχαριστιέται περισσότερο από τις στιγμές που ξεκινάει να γράφει. «Γράφω εμμονικά», μου λέει. «Η ιστορία με παρασύρει, είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι όταν ξυπνάω και το τελευταίο πριν κοιμηθώ». Αυτόν τον καιρό δουλεύει το τρίτο της μυθιστόρημα, για το οποίο αποκαλύπτει μόνο ότι η πλοκή του θα μεταφερθεί στο νότιο ημισφαίριο, παραμένοντας όμως στην ίδια εποχή.

Τρόποι για να νιώσει κανείς δυνατός

«Δεν θα μπορούσα να γράψω τους “Καλούς” ή, αν προσπαθούσα, θα είχα γράψει ένα διαφορετικό βιβλίο», μου απαντάει στην ερώτηση για το αν η μητρότητα (έχει μια κόρη λίγων μηνών) την έχει επηρεάσει ως συγγραφέα. Η ιστορία της περιστρέφεται γύρω από ένα μικρό αγόρι, τον Μίχολ, που δεν μπορεί ούτε να μιλήσει ούτε να περπατήσει. Οι χωριανοί αρχίζουν να παραξενεύονται και να χρεώνουν στο παιδί τις συμφορές τους. «Λένε πως είναι τελώνιο», προειδοποιεί τη γιαγιά του μια γειτόνισσα, «πως τον Μίχολ τον πήραν οι Καλοί κι άφησαν τούτο το ζουλάπι στη θέση του». 

Η συγγραφέας θεωρεί ότι οι άνθρωποι φοβούνται ό,τι δεν καταλαβαίνουν. «Ήθελα να εξερευνήσω αυτή τη διάσταση μέσα από το βιβλίο, γιατί είναι κάτι που συμβαίνει και τώρα, η βία που βλέπουμε στον κόσμο προέρχεται από τον φόβο μας για το διαφορετικό». Είναι θέμα παιδείας; Είναι θέμα τόπου; Εποχής; Συγκυρίας; «Εγώ που δεν είμαι προληπτική, αν ακούσω κάτι άσχημο, θα χτυπήσω ξύλο. Δεν είναι ότι πιστεύω ότι θα αλλάξει κάτι, αλλά ενστικτωδώς το κάνω, σαν να μη θέλω να προκαλέσω τη μοίρα μου», λέει. «Ειδικά σε παλιότερες εποχές ή απομακρυσμένα μέρη, οι άνθρωποι αφήνονταν στις προκαταλήψεις όταν έχαναν τον έλεγχο των ζωών τους. Ήταν ένας πολύ βολικός τρόπος για να νιώσουν πιο δυνατοί». ■


Η Χάνα Κεντ θα βρίσκεται στο Public Συντάγματος την Τρίτη 19/2 στις 21.00 και στο Public Τσιμισκή την Τετάρτη 20/2 στις 19.00. Τα «Έθιμα Ταφής» και οι «Καλοί» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος. 
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ