ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Εζούσαν εις μίαν σοφίταν με ένα στρώμα απλωμένο εις το πάτωμα. Ενα μοναδικόν ζευγάρι παπούτσια τα εχρησιμοποιούσαν εναλλάξ, η μητέρα του, ο Σίδνεϋ και αυτός. Τα παιδιά εβοηθούσαν την μητέραν των εις το ράψιμο. Ο πατέρας του Τσάρλυ υπήρξε μία σκιώδης φυσιογνωμία των πρώτων ετών. Η μητέρα του όμως είχεν όλο το θάρρος και την ζωτικότητα του πτωχού». Αυτά γράφει, μεταξύ των άλλων, η βιογραφία του Τσάρλι Τσάπλιν, γραμμένη από τον Κόλιν Φρέιμ, η οποία δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην «Κ» τον Σεπτέμβριο του 1952, παραπέμποντας στους μυθιστορηματικούς ήρωες του Τσαρλς Ντίκενς.

Κι όντως, ήταν κάτι πολύ κοντινό σε αυτούς: ο Τσάπλιν, γιος περιοδευόντων τραγουδιστών και θεατρίνων στα λεγόμενα μιούζικ χολ, ζούσε μαζί με τους γονείς του και τον μεγαλύτερο αδελφό του, Σίντνεϊ, στα χαμόσπιτα του Λάμπεθ, στο Λονδίνο.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του Τσάρλι από αλκοολισμό, και τις περιοδικές νοσηλείες της μητέρας του σε ψυχιατρικά νοσοκομεία εξαιτίας της ψυχωτικής διαταραχής της, οι αδελφοί Τσάπλιν «εγκατέλειψαν την σοφίταν των και εγύριζαν σαν αγρίμια», διαβάζουμε στα αποσπάσματα της βιογραφίας που δημοσίευε η «Κ» το 1952. «Επαιτούσαν. Εκοιμώντο εις το ύπαιθρον. Επεινούσαν». Ομως, η βικτωριανή Αγγλία περισυνέλεξε τα δύο αγόρια και τα έγραψε σε ένα από τα σχολεία για πτωχούς του κεντρικού διαμερίσματος του Λονδίνου, γνωστά και ως «Σχολεία του Κούκου».


Στιγμιότυπο από τη δίκη του Τσάρλι Τσάπλιν, κατά τη διάρκεια της διαμάχης του με την Τζόαν Μπάρι. Είχαν ξεκινήσει ερωτικό δεσμό το 1941, όταν ο Τσάπλιν ήταν 52 και η Μπάρι 22. 

Ταυτόχρονα, ο Τσάρλι άρχισε την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία σε ηλικία οκτώ χρόνων: προσελήφθη στο περιοδεύον συγκρότημα των «Οκτώ παιδιών του Λάνκασιρ» και επί δύο χρόνια χόρευε σε διάφορα μιούζικ χολ της Αγγλίας.

Αργότερα, εμφανίστηκε στο Γουέστ Εντ σε μία παραγωγή του «Σέρλοκ Χολμς» και οι διθυραμβικές κριτικές που απέσπασε του επέτρεψαν να συμμετέχει σε παραστάσεις κωμικών θιάσων σε όλη την Αγγλία, μέχρι την ανακάλυψή του από τον θρυλικό κωμικό των μιούζικ χολ, Φρεντ Κάρνο, το 1908.

Σταδιακά, η παγκόσμια φήμη που απέκτησε ο Τσάπλιν ως πρωταγωνιστής σε επιθεωρήσεις, ώθησε τον μέντορά του να τον στείλει στην Αμερική «εις αντικατάστασιν κωμικών ηθοποιών, οι οποίοι είχαν μεταστή εις τον κινηματογράφον όπου εκέρδιζαν ιλιγγιώδη ποσά», σύμφωνα με την «Κ» του 1952. Πράγματι, οι μέχρι τότε καλύτεροι συνεργάτες του Κάρνο είχαν “κατακτηθεί” κυρίως από τον δαιμόνιο σκηνοθέτη Μακ Σένετ. Στη βιογραφία του Τσάπλιν περιγράφεται το ταξίδι του για την Αμερική: «[...] Καθώς το πλοίον διήλθεν πλησίον του Αγάλματος της Ελευθερίας και εισήλθεν εις τον λιμένα της Νέας Υόρκης, ο Τσάπλιν κατέπληξε τον Τζέφφερσον [Στάνλεϋ Τζέφφερσον, μέλος του θιάσου του Κάρνο που συνταξίδευε με τον Τσάπλιν] απομιμηθείς μίαν ηρωικήν στάσιν και εκφωνήσας αυτοσχέδιον λόγον, ο οποίος κατέληγε με την αναφώνησιν: “Χαίρε Αμερική. Ηλθα διά να σε κατακτήσω”».

Ετσι, τον Ιανουάριο του 1914, από τα χαμόσπιτα του Λάμπεθ και τον μισθό των 2 λιρών ανά εβδομάδα, ο Τσάπλιν βρίσκεται στο Χόλιγουντ και υπογράφει συμβόλαιο με τον Σένετ, το οποίο του εξασφαλίζει 30 λίρες την εβδομάδα. Στην ταινία «Στον ιππόδρομο της Βενετίας» εμφανίζεται η μορφή του Σαρλώ, του παλιάτσου που θα τον ακολουθούσε για όλη του τη ζωή. Τα υπόλοιπα είναι κινηματογραφική ιστορία: ο Τσάρλι Τσάπλιν γίνεται ο πιο ακριβοπληρωμένος ηθοποιός του Χόλιγουντ, και το 1919, σε συνεργασία με την Μέρι Πίκφορντ, τον Ντάγκλας Φέρμπανκς και τον Ντέιβιντ Γκρίφιθ ιδρύει την εταιρεία παραγωγής «Εταιρεία Ηνωμένων Καλλιτεχνών». Μέσω αυτής της εταιρείας δημιούργησε μερικές από τις πιο διάσημες ταινίες του: «Μια γυναίκα από το Παρίσι», «Ο χρυσοθήρας», «Το τσίρκο», «Τα φώτα της πόλης», «Μοντέρνοι Καιροί», «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ», «Ο κύριος Βερντού» και «Τα φώτα της ράμπας».

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘30 ο Τσάπλιν αποφασίζει να κάνει κάτι που μέχρι τότε περιφρονούσε: να γυρίσει μία ομιλούσα ταινία. Οπως αναφέρεται και στη βιογραφία του που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στις σελίδες αυτής της εφημερίδας: «Με κραυγάς μίσους υπεδέχθη ο Τσάρλυ Τσάπλιν την εμφάνισιν του ομιλούντος κινηματογράφου: “Ημπορείτε να γράφετε ότι μισώ τας ομιλούσας ταινίας” είπεν εις τους δημοσιογράφους. Και διά ν’ αποδείξη δε το μίσος του εγύρισε μίαν νέαν βωβήν ταινίαν, τα “Φώτα της Πόλεως”, η οποία ακόμη και τώρα εξακολουθεί να προσελκύη πλήθη κόσμου εις όλον τον κόσμον». Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που τον έκανε να στραφεί στον ομιλούντα κινηματογράφο;

Με την εκλογή του Χίτλερ ως καγκελαρίου της Γερμανίας το 1933, μία από τις πρώτες ενέργειες του υπουργείου Προπαγάνδας, ήταν να απαγορευθούν οι ταινίες του Τσάπλιν. Ο ίδιος ο Γκέμπελς καταφέρθηκε εναντίον του ηθοποιού κατηγορώντας τον ότι ήταν κομμουνιστής και χαρακτηρίζοντάς τον έναν «αηδιαστικό Εβραίο ακροβάτη». Επίσης, φαίνεται πως ο Τσάπλιν είχε παρακολουθήσει τη διάσημη προπαγανδιστική ταινία του Γ’ Ράιχ με τίτλο «Ο θρίαμβος της θέλησης», σε σκηνοθεσία Λένι Ρίφενσταλ, σε μία προβολή της στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Η Ρίφενσταλ καταγράφει στιγμιότυπα από το Κομματικό Συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στη Νυρεμβέργη το 1934, παραθέτοντας σκηνές από τις ομιλίες των ανώτατων στελεχών του ναζιστικού κόμματος, καθώς και πλάνα από τις αντιδράσεις του πλήθους και τις στρατιωτικές παρελάσεις κατά τη διάρκεια του συνεδρίου.


Ο αγαπημένος ηθοποιός σε σκηνή της ταινίας «Τα φώτα της ράμπας» (1952). Πίσω του, ένας άλλος θρύλος του βωβού κινηματογράφου, ο Μπάστερ Κίτον. 

Απάντηση στους ναζί

Παρακινούμενος, λοιπόν, από την επίθεση του ναζιστικού καθεστώτος εναντίον του και από τις κτηνωδίες των ναζί εις βάρος των Εβραίων, ο Τσάπλιν αποφασίζει να απαντήσει με μία ταινία: τον «Μεγάλο Δικτάτορα». Μάλιστα, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους γύρισε αυτήν την ταινία, είπε: «Μισώ τη δικτατορίαν. Δεν ημπορώ να συνηθίσω εις την ιδέαν ότι ένα οιοδήποτε άτομον ή σύστημα ημπορεί να λακτίζη ατιμωρητί αθώους ανθρώπους». Ταυτόχρονα, κατάφερε να εκμεταλλευθεί την εμφανισιακή του ομοιότητα με τον Χίτλερ οι σκιτσογράφοι και οι κωμικοί της δεκαετίας του ‘30 παρατηρούσαν το χαρακτηριστικό μουστάκι που είχαν και οι δύο.

Ετσι, ο Τσάπλιν αρχίζει να γράφει το σενάριο και δύο χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1939, ξεκινάει τα γυρίσματα της ταινίας. Εξι μέρες αργότερα, τα στρατεύματα της ναζιστικής Γερμανίας εισέβαλαν στην Πολωνία. Στην ταινία ο Τσάπλιν παίζει διπλό ρόλο: έναν Εβραίο κουρέα ο οποίος, αφού έπεσε το αεροπλάνο του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έπαθε αμνησία και έμεινε για χρόνια στο νοσοκομείο, πριν να εγκατασταθεί σε μία αντισημιτική χώρα, την Τομανία, ο οποίος είναι ο σωσίας του δικτάτορα της χώρας αυτής, του Αντενοϊντ Χίνκελ. Ο τελευταίος προσπαθεί με τα στρατεύματα του Διπλού Σταυρού να καταλάβει όσο το δυνατόν περισσότερα εδάφη. Οι αντιστοιχίες με τον Χίτλερ και το καθεστώς του είναι προφανείς.

Η έρευνα του FBI και η απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ 

Η ταινία τελειώνει με μία από τις διασημότερες σκηνές του Τσάρλι Τσάπλιν: ο Εβραίος κουρέας, μεταμφιεσμένος στον δικτάτορα Χίνκελ, καλείται να βγάλει λόγο. Κοιτάζοντας απευθείας στην κάμερα, ο «δικτάτορας» κάνει πεντάλεπτη έκκληση για ειρήνη και αδελφοσύνη: «Περισσότερο από τις μηχανές χρειαζόμαστε τον ανθρωπισμό περισσότερο από την ευφυΐα χρειαζόμαστε καλοσύνη και τρυφερότητα...». Ο βιογράφος του Τσάπλιν, Κόλιν Φρέιμ, γράφει χαρακτηριστικά: «Οι άνθρωποι εφόνευσαν τον καρπόν της δικτατορίας με τα πυροβόλα των. Ο Τσάπλιν εφόνευσε την ιδέαν της δικτατορίας με την σάτιράν του – και το γέλιο που εσκόρπισεν η ταινία έπνιγε συχνά τον βρόντον των κανονιοβολισμών».


Ο Τσάρλι Τσάπλιν το 1917, κρατώντας φιγούρα του Σαρλώ - χαρακτήρας που πρωτοπαρουσιάστηκε στην ταινία «Στον ιππόδρομο της Βενετίας».

Η ταινία αποτέλεσε τεράστια εμπορική επιτυχία. Απέσπασε πέντε υποψηφιότητες για Οσκαρ στις κατηγορίες καλύτερης ταινίας, Α΄ και Β΄ ανδρικού ρόλου, καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου και καλύτερης πρωτότυπης μουσικής (την οποία είχε συνθέσει ο ίδιος ο Τσάπλιν). Παρ’ όλη την αναγνώριση από τον καλλιτεχνικό χώρο, η ταινία ζημίωσε τη δημοτικότητά του. Κατά την περίοδο της κυκλοφορίας της, διενεργείτο η εκδίκαση μιας πολύκροτης μήνυσης εναντίον του ηθοποιού σχετικά με την πατρότητα του παιδιού της Τζόαν Μπάρι, και οι κοσμικές στήλες έβαλλαν συστηματικά κατά του Τσάπλιν. Ταυτόχρονα, ήταν γνωστό πως εκείνο τον καιρό το FBI διεξήγαγε έρευνα για τον ηθοποιό με την κατηγορία ότι ήταν κομμουνιστής. Ο Τσάπλιν είχε διαμαρτυρηθεί για τις ενέργειες της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων εις βάρος μελών του κομμουνιστικού κόμματος, υποστηρίζοντας ότι αποτελούσαν παραβίαση των πολιτικών τους ελευθεριών.

Η επόμενη ταινία του, «Ο κύριος Βερντού», που προβλήθηκε το 1947, αποτέλεσε αφορμή για μια μεγάλη πολιτική συζήτηση. Στις 27 Ιανουαρίου 1948, η «Κ» δημοσιεύει άρθρο γαλλικού περιοδικού με τη σημείωση: «Εξ αφορμής της πολυκρότου ταινίας του Σαρλώ «Ο κύριος Βερντού», η οποία παίζεται κατ’ αυτάς εις το Παρίσι, γαλλικόν περιοδικόν δημοσιεύει την κατωτέρω ενδιαφέρουσαν σκιαγραφίαν του διασήμου ηθοποιού του κινηματογράφου, η τελευταία ταινία του οποίου προκαλεί τόσας, ιδεολογικάς ιδίως, συζητήσεις». Σε αυτό το δημοσίευμα, προς απάντηση στους δημοσιογράφους, ο Τσάπλιν παρουσιάζεται να λέει: «Για τον Θεό, μην ανακατώνετε την τέχνη με τας πολιτικάς μηχανορραφίας που αναστατώνουν τον κόσμον».

Ο Γάλλος δημοσιογράφος συνεχίζει: «Αλλά δεν τον ήκουσαν». Πράγματι, το 1952, πάνω στο πλοίο προς το Λονδίνο, όπου πήγαινε ο Τσάπλιν για την πρεμιέρα της ταινίας του «Τα φώτα της ράμπας», πληροφορείται ότι η δυνατότητα επανεισόδου του στις ΗΠΑ έχει ανακληθεί, λόγω των κατηγοριών εναντίον της ηθικής και των πολιτικών του πεποιθήσεων. Ο πιο καλοπληρωμένος παλιάτσος θα εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελβετία, όπου και θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1977.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ