ΘΕΑΤΡΟ

Κραυγές χωρίς φωνή σε μια παράσταση που αδικείται

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Η φτωχή σκηνογραφία και η μικρή σκηνή του θεάτρου «Σταθμός» δεν επιτρέπουν στους ηθοποιούς να κινηθούν, να φωνάξουν, να αναμετρηθούν με τους άλλους όποτε αυτό είναι αναγκαίο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Eίναι μερικά έργα που ανοίγουν στο κοινό κόσμους κλειστούς. Που μεταφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για χώρους/κοινότητες που αγνοούμε, ακόμη κι όταν τους αποδεχόμαστε με συμπάθεια ή συγκαταβατικά, διευρύνοντας την αντιληπτική και εν-συναισθητική ικανότητά μας. Οπως η «Μόλι Σουίνι» (1994) του Μπράιαν Φρίελ που μας εισάγει στη συνθήκη της τυφλότητας. Ή οι «Φυλές» (2010) της Νίνας Ρέιν που εκθέτει στο κοινό το δράμα των κωφών.

Το έργο της Ρέιν, που παρουσιάζεται στο θέατρο «Σταθμός», με οδήγησε σ’ ένα θαυμάσιο βιβλίο του νευρολόγου Ολιβερ Σακς με τίτλο «Βλέποντας φωνές / Περιήγηση στον κόσμο των κωφών» (1990, στα ελληνικά εκδ. Αγρα, 2009).

Μέσα από τις σελίδες του αντιλαμβάνεσαι ότι το πρόβλημα με την κώφωση υπερβαίνει κατά πολύ το ίδιο το γεγονός του να μην ακούει κάποιος. Τα παιδιά που γεννιούνται κωφά ή χάνουν την ακοή τους σε πολύ μικρή ηλικία, στερούνται γλώσσας, του κώδικα δηλαδή που συγκροτεί τη σκέψη και μεταφέρει τις γνώσεις. Αν οι γονείς δεν είναι κωφοί, και δεν φροντίσουν εγκαίρως να μάθουν τη νοηματική ώστε να μπορούν να επικοινωνήσουν με το παιδί τους, αυτό απομονώνεται, και συν τω χρόνω παρουσιάζει νοητική υστέρηση (ακόμη και αν είναι φυσιολογικής νοημοσύνης). Οι κωφοί που στερούνται γλώσσας δεν μπορούν να περάσουν από την αντίληψη του συγκεκριμένου στην κατανόηση των εννοιών και στην αφηρημένη σκέψη, δεν έχουν το αναγκαίο λεξιλόγιο και στερούνται βασικών επικοινωνιακών τρόπων λ.χ. των ερωτηματικών και υποθετικών τύπων, μένοντας καθηλωμένοι στην κυριολεξία του υλικού, οπτικού κόσμου.

Εναν τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος προτείνουν οι «προφοριστές»: να μάθουν οι κωφοί να διαβάζουν τα χείλη των ομιλούντων. Ωστόσο, αυτή η οπτική αντίληψη της ομιλίας είναι μία παρά φύσιν, χρονοβόρος και επίπονη μέθοδος μ’ ένα μεγάλο μειονέκτημα: ό,τι διαβάζουν από τα χείλη οι κωφοί αποτελεί σε μεγάλο βαθμό ερμηνεία, μαντεψιά, βάσει των «περικειμενικών» ενδείξεων.

Η μόνη λύση για να αναπτύξουν όλες τις δυνατότητές τους είναι να μάθουν ήδη από τη νηπιακή ηλικία τη νοηματική γλώσσα: έναν πλήρη επικοινωνιακό κώδικα που βασίζεται σε σχηματισμούς στον χώρο κυρίως των χεριών, οι οποίοι σε συνδυασμό με κινήσεις του σώματος και του κεφαλιού αλλά και τις εκφράσεις του προσώπου, «τροποποιούνται συνεχώς και πληθωρικά στον χρόνο».

Κεντρικός ήρωας των «Φυλών» είναι ο εκ γενετής κωφός, Κρίστοφερ. Οι γονείς του, άνθρωποι των γραμμάτων, δεν ήθελαν να μεγαλώσει ως ανάπηρος και να αυτοπεριοριστεί στην κοινότητα των κωφών. Αντί να μάθουν, το παιδί και οι ίδιοι, τη νοηματική, κατεύθυναν τον Κρίστοφερ στη λύση της ανάγνωσης των χειλιών. Μπορεί να μορφώθηκε σαν κανονικό παιδί (τελείωσε και το πανεπιστήμιο) αλλά και μέσα στο σπίτι και στον έξω κόσμο ο Κρίστοφερ διαρκώς προσπαθούσε να καταλάβει τους άλλους. Ενιωθε μόνος.

Το έργο είναι πολύ έξυπνα γραμμένο, με πρόσωπα και σχέσεις «ζευγαρωτές» που διαρκώς διαπλέκονται ή/και αυγκρούονται. Η Ρέιν τοποθετεί το δράμα της κωφότητας του Κρίστοφερ μέσα στο δράμα μιας οικογένειας προβληματικής, εντός της οποίας κανείς δεν επικοινωνεί καλά με κανέναν. Ο πατέρας, άλλοτε καθηγητής πανεπιστημίου, είναι προς όλους και όλα επικριτικός. Η μητέρα, όταν δεν λογοφέρει μαζί του, προσπαθεί να κατευνάζει τις εντάσεις. Ο μεγάλος γιος τους δυσκολεύεται να τελειώσει τη γλωσσολογική διατριβή του και η κόρη αναζητεί τον δρόμο της – θα ήθελε να γίνει τραγουδίστρια της όπερας. Ολοι προσπαθούν να ακουστούν, να νιώσουν αποδεκτοί. Χωρίς επιτυχία.

Ωσπου μπαίνει στο σπίτι τους η Σίλβια, η κοπέλα που ερωτεύεται ο Κρίστοφερ, το αρνητικό του: εκείνη είναι παιδί κωφών γονέων, γνωρίζει τη νοηματική και ως εκ τούτου είναι εξοικειωμένη με την κοινότητα των κωφών - μάλιστα έχει ήδη βαρεθεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, επιβεβαιώνοντας όσα περί «γκέτο» υποστηρίζει ο πατέρας. Μέχρι τότε η Σίλβια άκουγε κανονικά αλλά, εξαιτίας παθολογικής κληρονομικότητας, έχει αρχίσει να χάνει την ακοή της.

Ετσι, ενώ για τον Κρίστοφερ ανοίγει, με εκείνη δίπλα του, ένα καθ’ όλα θετικό καινούργιο κεφάλαιο, όπου μέσω της νοηματικής θα μπορέσει επιτέλους να έχει σχέσεις επί ίσοις όροις με τους ομοίους του, η Σίλβια βιώνει τον σταδιακό αποκλεισμό της από τον κόσμο των ακουόντων, τον αναγκαστικό περιορισμό της στον κόσμο των κωφών.

Η Ρέιν φωτίζει το πρόβλημα της ελλιπούς επικοινωνίας μεταφορικά και κυριολεκτικά, μέσα από διαφορετικές σχέσεις και βαθμούς έντασης και σύγκρουσης. Αναλόγως ποικίλλουν οι επικοινωνιακοί κώδικες, αφού οι ηθοποιοί που υποδύονται τον Κρίστοφερ και τη Σίλβια πρέπει να μάθουν τα λόγια τους στη νοηματική και να μιλήσουν με τον «σπαστό», δύσκολα κατανοητό τρόπο των κωφών. Ακόμη και ο γραπτός λόγος αξιοποιείται, καθώς στο βάθος της σκηνής προβάλλονται η μετάφραση όσων λέγονται στη νοηματική αλλά και οι ανομολόγητες σκέψεις των ηρώων που δεν διατυπώνονται ποτέ μεγαλοφώνως.

Ο Τάκης Τζαμαργιάς, σκηνοθετώντας τις «Φυλές» στο θέατρο «Σταθμός», σοφά έριξε την όλη προσοχή του στις ερμηνείες των ηθοποιών. Ολοι τους, ο Μανώλης Μαυροματάκης, η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, ο Δημήτρης Κουρούμπαλης, η Ελένη Μολέσκη και ειδικά ο Μάνος Καρατζογιάννης και η Βασιλική Τρουφάκου (που ερμηνεύουν συγκινητικά τον Κρίστοφερ και τη Σίλβια) δίνουν εξαιρετικές ερμηνείες.

Αλλά επειδή η δραματουργία βασίζεται στη συγκρουσιακή δυναμική των σχέσεων, και ο θίασος αποτελείται από πολύ δυνατές μονάδες, η παράσταση σα να ασφυκτιά στη μικρή σκηνή του «Σταθμός». Οι ηθοποιοί δεν έχουν χώρο να κινηθούν, να φωνάξουν, να αναμετρηθούν με τους άλλους όποτε αυτό είναι αναγκαίο. Επιπλέον, είναι εμφανές ότι δεν υπήρξε προϋπολογισμός για τη σκηνογραφία – η όψη είναι φτωχή, τύπου «με ό,τι είχαμε». Γι’ αυτό, θα ήταν ευχής έργον η παράσταση να μεταφερθεί σε άλλο, μεγαλύτερο θέατρο, με βελτιωμένη παραγωγή που να αναδεικνύει όπως τους αξίζει τον κόπο σκηνοθέτη και ηθοποιών αλλά και τα πολύ ενδιαφέροντα θέματα που θίγει το έργο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ