ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ*

Η χαμένη ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ε​​ίναι διάχυτη η δικαιολογημένη αντίληψη ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης ελάχιστοι ηγέτες ενστερνίστηκαν τις δομικές μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να γίνουν στη χώρα μας. Δεν πίστευαν σ’ αυτές – τις υλοποιούσαν επειδή επιβάλλονταν από τους δανειστές μας.

Αυτή η λεγόμενη έλλειψη ιδιοκτησίας των μεταρρυθμίσεων μας κόστισε ακριβά. Οι όποιες αλλαγές γίνονταν αργά, αναποτελεσματικά και με γνώμονα τις τυπικές απαιτήσεις της επόμενης αξιολόγησης και όχι την πραγματική βελτίωση της ελληνικής οικονομίας, της κρατικής λειτουργίας και των θεσμών της χώρας. Αδιαμφισβήτητος μάρτυρας αυτής της κατάστασης είναι τα ογκωδέστατα πολυνομοσχέδια-κουρελούδες που εμφανίζονταν για ψήφιση στη Βουλή τις παραμονές κάθε αξιολόγησης.

Στους περισσότερους τομείς προτιμήθηκαν οι εύκολες οριζόντιες παρεμβάσεις αντί για τις δύσκολες και επίπονες, αλλά απολύτως απαραίτητες, δομικές αλλαγές. Ετσι, στον δημοσιονομικό τομέα, από τη μεριά των εσόδων αυξήθηκαν δραματικά οι φορολογικοί συντελεστές, ενώ λίγα έγιναν για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Στο σκέλος πάλι των δαπανών, μειώθηκαν αδιάκριτα μισθοί και προσωπικό, χωρίς να εκλογικευθούν φορείς, δομές και θέσεις ευθύνης.

Στον χώρο της οικονομίας, οι κύριες παρεμβάσεις έγιναν μέσω της λεγόμενης εσωτερικής υποτίμησης, χωρίς να δοθεί η απαιτούμενη προσοχή στη μείωση των διοικητικών βαρών που πλήττουν την επιχειρηματικότητα και στην ενθάρρυνση της καινοτομίας. Ως τελευταίο παράδειγμα, στη δημόσια διοίκηση έμειναν ορφανές οι δράσεις της αξιολόγησης των στελεχών, της αποπολιτικοποίησης και της καταπολέμησης της διαφθοράς.

Σε άλλους τομείς η χαμένη ιδιοκτησία μεταφράστηκε σε αποσπασματικές ή φαινομενικές μόνο αλλαγές που συχνά δημιουργούσαν πρόσθετα προβλήματα. Για παράδειγμα, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης ενοποιήθηκαν κατ’ όνομα, συνεχίζοντας όμως εσωτερικά να δουλεύουν με τον παλιό, δαιδαλώδη και αναποτελεσματικό τρόπο. Μέσω της κινητικότητας και των μετατάξεων μετακινήθηκε, συχνά άκριτα, προσωπικό ανάμεσα σε διάφορους φορείς, αλλά δεν υπήρξε πρόνοια για την κατάρτιση και την αποτελεσματική αξιοποίησή του. Πολλοί νόμοι δεν συνοδεύτηκαν από τις απαιτούμενες υπουργικές αποφάσεις και εγκυκλίους, αφήνοντας πίσω τους νομικά κενά και ακαθοδήγητες υπηρεσίες.

Αν και η απουσία ιδιοκτησίας των μεταρρυθμίσεων αναδείχθηκε την τελευταία δεκαετία, το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Αναδείχθηκε έντονα στο πλαίσιο της αξιοποίησης των χρηματοδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ξεκινώντας με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (1986-1989) και συνεχίζοντας με κάθε νέο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Στην περίπτωση όμως αυτή, ο πακτωλός των χρημάτων μάς επέτρεπε να κρύβουμε το πρόβλημα πίσω από έργα με πομπώδεις τίτλους. Κανείς που φώναζε ότι ο αυτοκράτορας ήταν γυμνός δεν εισακούσθηκε.

Το πρόβλημα γεννήθηκε επειδή τα χρήματα και οι απαιτήσεις των κοινοτικών προγραμμάτων έστρεψαν την προσοχή μας από την υλοποίηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων στην απορρόφηση των προσφερόμενων κονδυλίων. Αντί τα έργα να εντάσσονται στον κορμό μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής ανάπτυξης, τα χρήματα συχνά μοιράζονταν όπως όπως δεξιά και αριστερά σε αποσπασματικά έργα αμφίβολης αξίας. Γραφειοκρατικές υπηρεσίες στήθηκαν όχι για να στηρίξουν ουσιαστικά τις μεταρρυθμίσεις, αλλά για να ελέγχουν ότι οι δαπάνες ήταν «επιλέξιμες», δηλαδή σύμφωνες μόνο με τους τυπικούς όρους της κοινοτικής χρηματοδότησης.

Το συνολικό αποτέλεσμα της ευρωπαϊκής βοήθειας προς την Ελλάδα είναι συζητήσιμο. Μερικά έργα μεγάλων υποδομών, όπως οι οδικοί άξονες, το TAXIS και το μετρό της Αθήνας, έπιασαν τόπο. Η χώρα έγινε συνολικά πλουσιότερη, αναπτύχθηκαν νέοι θεσμοί και ισχυροποιήθηκαν άλλοι. Ομως πάρα πολλά χρήματα σπαταλήθηκαν σε έργα των οποίων ο ισολογισμός για τη χώρα ήταν αρνητικός. Αναπτύχθηκαν, συχνά πρόχειρα, άχρηστες, κοστοβόρες ή ελαττωματικές υποδομές που δεν μπορούσαν να αξιοποιηθούν ή να συντηρηθούν. Παράλληλα, μέσω μισθολογικού ανταγωνισμού, απομακρύνονταν από την πραγματικά παραγωγική οικονομία εργαζόμενοι (από εργάτες μέχρι εξειδικευμένοι επιστήμονες) για να δουλέψουν σε «ευρωπαϊκά έργα». Ετσι χάσαμε την αίσθηση ιδιοκτησίας των μεταρρυθμίσεων. Ολη η χώρα εκπαιδεύτηκε να προσποιείται ότι αλλάζει, μένοντας όμως διαρκώς πίσω σε σχέση με τους εταίρους της.

Το πρόβλημα δεν είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί. Εχουμε πια καταλάβει ότι η εξωτερική βοήθεια, όπως ήταν οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις και οι δανειακές συμβάσεις, δεν ενθαρρύνει την αίσθηση ιδιοκτησίας. Η απαιτούμενη αλλαγή μπορεί να ξεκινήσει από πολιτικούς ηγέτες που πιστεύουν στην ανάγκη των μεταρρυθμίσεων και θα τις θέσουν ως πρώτη προτεραιότητά τους, αγνοώντας το πολιτικό κόστος. Η, εν πολλοίς, χαμένη δεκαετία που πέρασε η χώρα μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για την επικράτηση τέτοιων πολιτικών στο επόμενο Κοινοβούλιο και στη νέα κυβέρνηση. Αυτοί οι ηγέτες με τη σειρά τους θα πρέπει να φροντίσουν ώστε να στελεχωθούν οι κομβικές πολιτικές και διοικητικές θέσεις από ανθρώπους με αντίστοιχη μεταρρυθμιστική διάθεση και ικανότητα. Να προτάξουν δηλαδή τις πραγματικές γνώσεις και την εμπειρία έναντι της συσσώρευσης τυπικών προσόντων και προϋπηρεσίας, τη διάθεση προσφοράς και την αγωνία βελτίωσης –αυτή που ο Αρίστος Δοξιάδης εύστοχα χαρακτήρισε ως την «αϋπνία του δημιουργού»– έναντι κομματικών ενσήμων. Κοντολογίς, να διοικήσουν με όραμα, ήθος και αποτελεσματικότητα.

* Ο κ. Διομήδης Δ. Σπινέλλης είναι πρόεδρος και καθηγητής του Τμήματος Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του ΟΠΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ