ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

«Οταν προσπαθώ να πάω πίσω στον χρόνο και να βρω την πρώτη μου ανάμνηση, θυμάμαι αυτή τη σκηνή στην Κέρκυρα: Nα με κρατάει ο πατέρας μου στην αγκαλιά του και να βλέπω τη Φιλαρμονική να περνάει. Αυτό το σώμα ανθρώπων με τις πολύχρωμες στολές, με το ηχητικό κύμα που δημιουργεί, όχι μόνον μπορεί να εντυπωσιάσει ένα παιδί, αλλά και να το παρακινήσει. Μάλλον έτσι ξεκίνησαν όλα...».

Η Κέρκυρα με τις περίπου 22 φιλαρμονικές –κάθε χωριό και φιλαρμονική–, τα μικρότερα και μεγαλύτερα μουσικά σχήματα, τις χορωδίες, το μουσικό πανεπιστήμιο. Το... terroir, λοιπόν, εξηγεί πολλά για την περίπτωση του Κερκυραίου κλαρινετίστα και μαέστρου Διονύση Γραμμένου, ο οποίος στα 18 του κέρδισε την πρώτη θέση στον Πανευρωπαϊκό Διαγωνισμό Ταλέντων με το κλαρινέτο του και σήμερα, στα 30 του χρόνια, ταξιδεύει από το Βερολίνο στη Νέα Υόρκη και από τη Βιέννη και το Αμστερνταμ στο Τορόντο, για συμπράξεις με σημαντικά σύνολα.

Σε ένα διάλειμμα από τα ταξίδια του, και με αφορμή τη συναυλία της Ελληνικής Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων, της οποίας είναι ιδρυτής και διευθυντής ορχήστρας, στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής τον Μάρτιο, συναντηθήκαμε ένα μεσημέρι στο εστιατόριο του Μουσείου Μπενάκη της οδού Κουμπάρη για να μου μιλήσει για όσα έχει κάνει μέχρι σήμερα και για όσα σχεδιάζει για το μέλλον. Πιάσαμε λοιπόν το νήμα από την αρχή.

Η οικογένειά του

«Μοιράστηκα μαζί σας την ανάμνησή μου αυτή, γιατί πιστεύω ότι παίζει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο για ένα παιδί να έχει τέτοιες εικόνες στην καθημερινότητά του», τονίζει ο Δ. Γραμμένος. «Το οικογενειακό μου περιβάλλον δεν είχε σχέση με τη μουσική. Η μητέρα μου δεν εργάζεται, ο πατέρας μου είναι δημόσιος υπάλληλος, δεν υπήρχε κανείς που να έχει καλλιτεχνικό “μικρόβιο". Αρα ήταν το νησί», λέει χαμογελώντας.

«Στη φιλαρμονική πήγαινα μετά το σχολείο και σίγουρα περνούσα περισσότερες ώρες εκεί παρά στο σπίτι μου. Με μαγνήτιζε το μέρος. Και με ιντρίγκαρε και το κλαρινέτο, γι’ αυτό και το επέλεξα. Για την μπάντα είναι κεντρικό όργανο, το αντίστοιχο βιολί της ορχήστρας. Τη δεκαετία του ’90 στην Κέρκυρα δεν ήταν εύκολο να βρει κάποιος παρτιτούρες. Επίσης, δεν υπήρχε η ευκολία που δίνει σήμερα το Διαδίκτυο, όπου μπορείς να βρεις όλες τις νότες σε λίγα δευτερόλεπτα. Είχα στη διάθεσή μου όμως τη δισκογραφία δύο σπουδαίων σολίστ του κλαρινέτου, της Σαμπίνε Μάγερ και του Καρλ Λάιστερ από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, που ήταν για μένα ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Ηταν από τους πρώτους που εξέλιξαν το όργανο και τους οφείλουμε πολλά. Σε αυτούς τους δύο οφείλω όλες τις εικόνες που πήρα από μικρή ηλικία για το όργανο και τις δυνατότητές του».

Μια ξένη εφημερίδα τον έχει αποκαλέσει «νέο πρίγκιπα» του κλαρινέτου. Και πράγματι, στον χώρο του θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα διεθνώς. Παράλληλα, όμως, ο Διονύσης Γραμμένος ακολουθεί και καριέρα διευθυντή ορχήστρας. «Εγινε το κλικ κάποια στιγμή», εξηγεί. «Μόλις είχα έρθει από την Κέρκυρα στην Αθήνα. Ημουν 18 χρόνων και είδα για πρώτη φορά ζωντανά όπερα στο Ηρώδειο. Την “Τουραντότ" του Πουτσίνι. Μαγεύτηκα. Ξαναπήγα τρεις φορές. Ημουν στο άνω διάζωμα, παρακολουθούσα την ορχήστρα και θυμάμαι πόσο μοναδικό ήταν αυτό που ένιωσα. Οταν για πρώτη φορά στα 21 μου διηύθυνα ορχήστρα, την ορχήστρα δωματίου της Βιέννης, τότε σιγουρεύτηκα ότι αυτό πρέπει να κάνω. Κάτι κούμπωσε μέσα μου. Ηξερα ότι ήμουν πολύ νέος, αλλά θυμάμαι πάντα αυτό που είχε πει ο Σάιμον Ρατλ. Οτι η διεύθυνση ορχήστρας είναι επάγγελμα για το δεύτερο μισό της ζωής. “Και τότε γιατί διευθύνεται από τα 20;" τον ρώτησε ένας δημοσιογράφος. “Γιατί, για να διευθύνεις επιτυχώς στο δεύτερο μισό της ζωής σου, πρέπει να έχεις διευθύνει πάρα πολύ στο πρώτο μισό", ήταν η απάντηση του Ρατλ».


«Δεν με εντυπωσιάζουν οι μαέστροι οι οποίοι περνάνε στην ορχήστρα αυτό που θέλουν με το σόου», λέει ο Διονύσης Γραμμένος.

Η εμπιστοσύνη

Ενας μουσικός που έχει παίξει τριάντα φορές ένα συγκεκριμένο έργο, έχει απέναντί του έναν νεαρό μαέστρο που διευθύνει το συγκεκριμένο έργο για πρώτη φορά. Πώς λειτουργεί αυτή η σχέση; «Ολα βασίζονται στην εμπιστοσύνη. Εγώ όταν μπαίνω μια Δευτέρα πρωί σε μια αίθουσα για να συναντήσω μια ορχήστρα για πρώτη φορά, είμαι απόλυτα ειλικρινής. Εχω ανοιχτά τα χαρτιά μου. Δεν έχω ένταση, έχω προετοιμαστεί κατάλληλα, έχω καλή ενέργεια. Και φυσικά, στο μυαλό μου είναι πολύ συγκεκριμένο το αποτέλεσμα που θέλω να πάρω από την ορχήστρα. Σε αυτό δεν υπάρχει συμβιβασμός. Αλλά από την άλλη πλευρά, ένας μουσικός μπορεί να μου προσφέρει κάτι που δεν το έχω σκεφθεί.

Οπότε είμαι ταυτόχρονα ανοιχτός. Οπως είπα, είναι θέμα εμπιστοσύνης».

Με ποια «σχολή» διεύθυνσης ορχήστρας αισθάνεται πιο κοντά ο Δ. Γραμμένος; Πού νιώθει πιο οικεία; «Με τη γερμανική σχολή. Είναι πιο συγκεκριμένη στην πρόβα, στον τρόπο με τον οποίο επιδιώκει την ομοιογένεια σε ένα γκρουπ.

Στην Αμερική, αντίθετα, ο τρόπος αυτός είναι πολύ διαφορετικός, υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία. Ακούστε την εκτέλεση μιας συμφωνίας ενός ρομαντικού συνθέτη από αμερικανική ορχήστρα. Είναι ένας άλλος κόσμος. Παραμένει μια άρτια εκτέλεση καθώς το επίπεδο των μουσικών είναι εξαιρετικά υψηλό, αλλά απέχει πολύ από αυτό που θα είχε στο μυαλό του ο συνθέτης σαν στυλ. Δεν είναι τυχαίο που η Γερμανία έχει αυτή τη μεγάλη παράδοση. Εκεί γράφτηκαν και παίχτηκαν σπουδαία έργα και με έναν τρόπο πέρασαν από γενιά σε γενιά καθιερώνοντας ένα στυλ παιξίματος».

Εβλεπα από τον εξώστη τις πρόβες του Ρατλ, του Μούτι, του Μέτα

«Η αίθουσα δεν αλλάζει τον καλλιτέχνη. Μπορεί να είναι εντυπωσιακό ότι κάποιος έχει παίξει στο Κάρνεγκι Χολ, αλλά η αίθουσα είναι μια αίθουσα. Ο καλλιτέχνης θα δώσει ό,τι καλύτερο μπορεί είτε εμφανίζεται στο Δημοτικό Θέατρο Κέρκυρας είτε στη Νέα Υόρκη», απαντάει ο Διονύσης Γραμμένος όταν η συζήτηση φτάνει στους συναυλιακούς χώρους και τα μέρη που έχει εμφανιστεί. Το επίπεδο είναι υψηλό. Ο ανταγωνισμός;

«Προτιμώ τη λέξη συναγωνισμός», απαντάει. «Προσπαθώ να έχω στο μυαλό μου μια ωραία συμβουλή που μου έχουν δώσει. Ο καθένας έχει το δικό του ξεχωριστό μονοπάτι οπότε κανείς δεν πρέπει να ασχολείται με το πού βρίσκεται ο άλλος. Ο καθένας μας έχει διαφορετική αφετηρία, εμπειρίες, εξέλιξη. Και κυρίως τον δικό του χρόνο στο πώς αλλάζουν μέσα του τα πράγματα. Πολλές φορές αναρωτιέμαι "τι καλύτερο μπορώ να δώσω σ’ αυτήν τη συμφωνία του Μπετόβεν σήμερα"; Την ίδια στιγμή ξέρω ότι σε λίγα χρόνια μέσα από το ίδιο έργο, θα μπορώ να δώσω κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν ξέρω αν θα είναι καλύτερο, αλλά σίγουρα θα είναι διαφορετικό. Αυτή όμως είναι και η ομορφιά του ταξιδιού στη μουσική».

Στη μέχρι τώρα πορεία του, έχει αρχίσει να διαμορφώνει μια προσωπική μουσική «γλώσσα» και πόσο μπορεί να τον επηρεάσει μια κριτική; «Αισθάνομαι πως έχω αρχίσει να φτιάχνω δική μου "γλώσσα" αν και είμαι πολύ αυστηρός με τον εαυτό μου. Εχω βάλει πολύ ψηλά τον πήχυ. Από την κριτική κρατάω συνειδητά μια υγιή απόσταση. Ο,τι κι αν είναι δεν θα αφήσω να με επηρεάσει. Ούτε θετικό ούτε αρνητικό. Πιστεύω όμως ότι ακόμη και να διαβάσω κάτι που μπορεί να με ενοχλήσει, πρέπει να δω αν έχει κάποια δόση αλήθειας. Και αν ναι, να την αξιοποιήσω».

Αδιάκοπη μελέτη

Λοιπόν, πώς είναι η ζωή ενός κλαρινετίστα και μαέστρου σ’ αυτό το επίπεδο, τον ρωτάω λίγο πριν τελειώσει η συνέντευξη. «Πρόβες, συναυλίες, μελέτη», απαντάει αυτομάτως. «Μελετάω πολλές παρτιτούρες. Μελετάω όπερα, συμφωνικό ρεπερτόριο, νέα έργα. Ακούω και παρακολουθώ τους σπουδαίους μαέστρους. Τα χρόνια που ζούσα στη Βιέννη, είχα την τύχη να παρακολουθώ τις πρόβες της φιλαρμονικής ορχήστρας με τον Σάιμον Ρατλ, τον Κρίστιαν Τίλεμαν, τον Ρικάρντο Μούτι, τον Ζούμπιν Μέτα. Ημουν σε όλες τις πρόβες πάνω στον εξώστη καρφωμένος στον μαέστρο που κάθε φορά έκανε πρόβα, κρατούσα σημειώσεις, τι ζητούσαν από την ορχήστρα, τι οδηγίες έδιναν στους μουσικούς. Αυτό είναι ένα μάθημα που δεν θα μου έδινε κανένα πανεπιστήμιο στον κόσμο. Μέσα από αυτή την παρατήρηση συνειδητοποίησα ότι με εντυπωσιάζουν οι μαέστροι οι οποίοι περνάνε αυτό που θέλουν όχι με το σόου, όχι με το να τραβάνε όλα τα βλέμματα πάνω τους, αλλά με το να δημιουργούν την αίσθηση στην ορχήστρα ότι βρίσκονται εκεί μόνο και μόνο για να τους δώσουν κατεύθυνση και να τους βοηθήσουν, οικοδομώντας μαζί τους μια σχέση εμπιστοσύνης».

Η απόφαση

Πριν από περίπου έναν χρόνο ο Διονύσης Γραμμένος ίδρυσε την Ελληνική Συμφωνική Ορχήστρα Νέων που αποτελείται από νέους Ελληνες μουσικούς από την ελληνική επικράτεια αλλά και Ελληνες μουσικούς που ζουν στο εξωτερικό. Πριν προλάβω να μιλήσω, διαβάζει τη σκέψη μου. «Ξέρω, αναρωτιέστε γιατί πήρα αυτή την απόφαση και γιατί τώρα. Η απάντηση είναι πολύ απλή. Ενιωσα ότι έλειπε αισθητά από τη χώρα. Οσο έβλεπα το ταλέντο που υπάρχει και τις δυνατότητες των νέων Ελλήνων μουσικών, τόσο περισσότερο πείσμωνα για την ανάγκη ύπαρξης της ορχήστρας. Ηταν κάτι που έπρεπε να γίνει και ήδη μέσα σε έναν χρόνο η ορχήστρα έχει κάνει μεγάλο άλμα. Εχουμε χρηματοδότηση από το ίδρυμα Λάτση, στέγη στην Εθνική Λυρική Σκηνή, μπορούμε να χτίσουμε κάτι όμορφο. Είμαι αισιόδοξος γι’ αυτήν την ορχήστρα. Πιστέψτε με, δεν έχουμε να ζηλέψουμε τίποτα από σύνολα του εξωτερικού».

Η συνάντηση

Σούπα βελουτέ, ψητής σελινόριζας με καπνιστό σολομό και μαύρη τρούφα και πράσινη σαλάτα με τοματίνια και μια ελαφριά βινεγκρέτ ήταν τα δύο πιάτα που παραγγείλαμε. Τα συνοδεύσαμε με ένα φλιτζάνι πράσινο τσάι και έναν γαλλικό καφέ. Ο λογαριασμός ήταν περίπου 20 ευρώ.

Οι σταθμοί του

1989
Γεννιέται στην Κέρκυρα.

2008
Πρώτο βραβείο στον Πανευρωπαϊκό Διαγωνισμό Νέων Σολίστ της EBU στη Βιέννη.

2009
Παγκόσμιο Βραβείο Τεχνών «Leonardo da Vinci».

2014
Ντεμπούτο στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης.

2016
Επιλέγεται ως μαέστρος από το Φεστιβάλ του Ασπεν στις ΗΠΑ.

2017
Ιδρυτής και μουσικός διευθυντής της Ελληνικής Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων.

2018
Μαέστρος στην Canadian Opera Company του Τορόντο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ