ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μιλώντας για τα δημοτικά τραγούδια, ο Γάλλος ιστορικός του 19ου αιώνα Claude Fauriel επισημαίνει ότι η «ποίησις εν Ελλάδι εισχωρεί εις πάντα τα καθέκαστα των γαμηλίων εορτών, εις πάσας τας γαμηλίους συνηθείας, υποδεικνύουσα τον σκοπόν αυτών, επεξηγούσα την συμβολικήν των έννοιαν, προσδίδουσα εις αυτάς πάθος και μεγαλείον». Αυτό το πάθος αποπειράθηκε να αποθησαυρίσει ο Νικόλαος Πολίτης στο πλούσιο λαογραφικό του έργο. Στο βιβλίο του «Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού», στην ενότητα «Νυφιάτικα τραγούδια», περιλαμβάνεται ένα υπέροχο δείγμα γαμήλιας δημοτικής ποίησης, με τον τίτλο «Εις αρρεβωνιασμένο»: Σαν κίνησεν ο νιούτσικος να πάη ν’ αρραβωνίση/ ούτε το ρούχο του έβαλεν, ούτε ζουνάρι εζώστη / Κ’ η μάννα του του φώναζε, κ’ η μάνα του του λέγει:/ «Γύρισε, πάρ’ το ρούχο σου, ζώσου και το ζουνάρι/ και σύρε ν’ αρραβωνιστής παπά τη θυγατέρα. / Γύρεψε βόδια ’ς το ζυγό, γελάδια ’την αγέλη,/ μούλαις, φοράδαις, κι’ άλογα κι’ ασέλλινο πουλάρι»./ «Εκεί που πάνω, μάννα μου, εγώ ν’ αρραβωνίσω,/ ούτε για ρούχο με ρωτάν, ούτε και για ζουνάρι·/ εκεί τηράν τα νιάτα μου, τηράν την ομορφιά μου./ Κ’ εγώ ’ς τα πλούσια τα προικιά τον νου μου δεν τον έχω,/ τον έχω για της λυγερής τα μάτια και τα φρύδια.


Προσκλητήριο γάμου από το αρχείο Βασ. Οικονομάκου. (Φωτογραφία: ΓΑΚ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ, Αρχείο Βασ. Οικονομάκου)

Στην ιδιαίτερη πατρίδα του Πολίτη, την Καλαμάτα, αλλά και στην ευρύτερη Μεσσηνία, ο γάμος στις αρχές του 20ού αιώνα ακολουθούσε ένα πολύ ενδιαφέρον τελετουργικό, το οποίο διαδόθηκε από γενιά σε γενιά. Ωστόσο, ελάχιστα από τα ιδιαίτερα στοιχεία του επιβιώνουν σήμερα.

Κυρίως στα χωριά, στον γάμο ήταν καλεσμένοι όλοι οι κάτοικοι. Προηγούνταν οι αρραβώνες, πάντοτε σαββατόβραδο στο σπίτι της νύφης, όπου ο πατέρας του γαμπρού περνούσε στους μελλόνυμφους τις βέρες, αφού τις σταύρωνε στο εικόνισμα. Ακολουθούσε γλέντι, στο οποίο συμμετείχαν συγγενείς και των δύο οικογενειών. Την ημερομηνία του γάμου (για τον οποίο αποφάσιζαν ή έδιναν την έγκρισή τους, αν το ζευγάρι είχε ερωτευτεί) καθόριζαν οι γονείς, με κουμπάρο συνήθως τον νονό του γαμπρού.


Προικοσύμφωνο από το αρχείο Νικ. Μαντζαβάκου. (Φωτογραφία: ΓΓΑΚ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ, Αρχείο Νικ. Μαντζαβάκου)

Την Τετάρτη πριν από τον γάμο, οι κοπέλες πήγαιναν στα σπίτια των μελλονύμφων, για να ετοιμάσουν το προζύμι για τις νυφιάτικες κουλούρες ή πίτες. Την Παρασκευή στο σπίτι της νύφης άπλωναν τα προικιά. Το βράδυ τα δίπλωναν και τα έβαζαν σε μπαούλα, για να τα πάρουν με τα άλογά τους την επομένη οι συγγενείς του γαμπρού.

Την Κυριακή το γλέντι ξεκινούσε εν χορδαίς και οργάνοις από το πρωί. Οι καλεσμένοι μετά τις 10 άρχιζαν να πηγαίνουν στα σπίτια του γαμπρού και της νύφης. Όσοι καλούνταν στα στεφανώματα έπρεπε να καθίσουν στο τραπέζι το μεσημέρι και το βράδυ. Ήταν, μάλιστα, υποχρεωμένοι να πάνε με ένα καλοζυμωμένο και κεντημένο με ανθάκια ψωμί, με ένα αρνί ή κατσίκι και γλυκά, συνήθως δίπλες. Έπειτα ο γαμπρός πήγαινε με την κομπανία του να πάρει τη νύφη. Αν εκείνη ήταν από άλλο χωριό, τότε πήγαιναν να την ανταμώσουν με άλογα στολισμένα με κιλίμια. Μετά την εκκλησία, ακολουθούσε τρικούβερτο γλέντι.


Γαμπρός και νύφη ποζάρουν στον φωτογραφικό φακό. Αρχείο Ντεκελέ. (Φωτογραφία: ΓΑΚ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ, Αρχείο Ντεκελέ)

Τη Δευτέρα το μεσημέρι η νύφη προσέφερε ως δώρο στην πεθερά και στους καλεσμένους από ένα μεταξωτό μαντίλι. Αργότερα, συγγενείς και καλεσμένοι κατέβαιναν στη βρύση του χωριού, όπου και έριχναν νομίσματα για τη νύφη. Τις δύο επόμενες εβδομάδες, οι Κυριακές ήταν αφιερωμένες στους γονείς της: γίνονταν τα πιστόφια, δηλαδή η επιστροφή της νιόπαντρης στο πατρικό της, για να δει τους γονείς της. Αξιοσημείωτο είναι ότι για έναν χρόνο μετά τον γάμο οι νιόπαντροι δεν θα έπρεπε να παρευρεθούν σε μνημόσυνο ή κηδεία, ούτε να βάλουν στο στόμα τους κόλλυβα.

|| Πολύτιμα τεκμήρια μας εμπιστεύτηκε η προϊσταμένη των ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Μεσσηνίας, Α. Μηλίτση-Νίκα. Πληροφορίες αντλήθηκαν επίσης από το βιβλίο του Λ. Θεοχάρη «Δημοτικά τραγούδια της ορεινής Τριφυλίας», εκδ. Δεδεμάδη.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ