Τα ξύλινα παραθυρόφυλλα είναι κλειστά, αλλά από μια χαραμάδα περνάει στο δωμάτιο λίγο φως – δεν μπορούμε να μαντέψουμε τι ώρα είναι. Νωρίς το πρωί; Απομεσήμερο; Το σίγουρο είναι ότι η Μαριάν Ιλέν έχει μόλις κάνει μπάνιο. Είναι τυλιγμένη με μια λευκή πετσέτα και τα μαλλιά της είναι ακόμη βρεγμένα. Κάθεται μπροστά σε ένα γραφείο και ετοιμάζεται να γράψει κάτι στη γραφομηχανή, αλλά πιθανόν ακούει κάποιον να τη φωνάζει, γυρίζει το κεφάλι και βλέπει μια φωτογραφική μηχανή να την κοιτάζει. Σκάει ένα χαμόγελο στον φακό – κλικ. Αν έχετε στη δισκοθήκη σας το «Songs from a Room» του Λέοναρντ Κοέν, γυρίστε το ανάποδα και δείτε τη φωτογραφία στο πίσω του μέρος. Είναι τραβηγμένη στην  Ύδρα στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Η Μαριάν Ιλέν εγκαταστάθηκε στο νησί του Αργοσαρωνικού μερικά χρόνια νωρίτερα, με τον σύζυγό της, τον Νορβηγό συγγραφέα Άλεξ Γένσεν, ακολουθώντας το παράδειγμα αρκετών ακόμα ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών που βρήκαν στην Ύδρα ένα όμορφο καταφύγιο μακριά από τους ρυθμούς του υπόλοιπου κόσμου. Το 1962 η Μαριάν πέταξε στο Όσλο, για να γεννήσει εκεί το πρώτο της παιδί, όπως και έγινε. Όμως, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Γένσεν τής ανακοίνωσε ότι είχε εν τω μεταξύ γνωρίσει μια Αμερικανίδα ζωγράφο. Η Μαριάν, 27 ετών τότε, αποφάσισε να μεγαλώσει τον γιο της στο νησί και τότε ήταν που γνώρισε έναν νεαρό Καναδό ποιητή, που ζούσε κι εκείνος μόνιμα στη Χώρα της Ύδρας, σε ένα παλιό μεγάλο σπίτι που είχε αγοράσει, ξοδεύοντας έτσι τα 1.500 δολάρια που είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά του.  

Η γνωριμία των δύο και η μετέπειτα κοινή τους πορεία, ο ρόλος του ενός στη ζωή του άλλου, είναι το θέμα του «Marianne & Leonard: Words of Love», που θα προβληθεί στην έναρξη του 21ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (1-10/3) στο Ολύμπιον. Πρόκειται για τη νέα δουλειά του γνωστού Αμερικανού ντοκιμαντερίστα Νικ Μπρούμφιλντ, που ήταν προσωπικός φίλος της Μαριάν, την οποία γνώρισε κι αυτός κάποια μέρα στην Ύδρα το καλοκαίρι του 1968. 

 


Η Μαριάν και πίσω της ο Κοέν και άλλοι φίλοι σε βόλτα με γαϊδουράκια στα πλακόστρωτα της Ύδρας τη δεκαετία του '60. © James Burke / LIFE by Getty Images / Ideal Image

 

«Μου λείπει το κορίτσι μου»

Η σχέση τους δεν ήταν εξαρχής ερωτική. «Αν και τον αγάπησα από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησα, ήταν σαν να παίζαμε σε μια όμορφη, αργή ταινία», είπε η Μαριάν αργότερα. Ο Κοέν τής διάβαζε τα ποιήματά του στις παραλίες και στα μάτια του, και κατά δική του δήλωση, ήταν η πιο ωραία γυναίκα που είχε γνωρίσει στη ζωή του. Ο μύθος λέει ότι, όταν η Μαριάν χρειάστηκε να επιστρέψει στη Νορβηγία για να οριστικοποιήσει το διαζύγιό της, ο Κοέν την πήγε οδικώς, από την Αθήνα μέχρι το Όσλο. Έπειτα πέταξε για το Μόντρεαλ, από όπου της έστειλε ένα τηλεγράφημα: «Έχω διαμέρισμα. Αυτό που μου λείπει είναι το κορίτσι μου και το παιδί της». Για τα επόμενα δέκα χρόνια έζησαν μαζί, μοιράζοντας τον χρόνο τους ανάμεσα στον Καναδά, τη Νέα Υόρκη και την  Ύδρα.

Ο Κοέν τής αφιέρωσε τις ποιητικές του συλλογές, αλλά ήταν τα χρόνια εκείνα που άρχισε σταδιακά να κάνει τη μετάβασή του από τον γραπτό λόγο στη μουσική. Ανάμεσα στα πρώτα του τραγούδια υπάρχουν δύο που συνδέονται άμεσα με τη Μαριάν. Το ένα είναι το προφανές, ένα από τα πιο πολυτραγουδισμένα ερωτικά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ, το «So Long, Marianne». Το άλλο είναι το «Bird on a wire»: Έξω από το σπίτι του ζευγαριού στην Ύδρα τοποθετήθηκαν μια μέρα κολόνες ηλεκτροδότησης. Μέχρι τότε το νησί δεν είχε ρεύμα. Η Μαριάν παρατήρησε τα πουλιά που βρήκαν τη θέση τους στα καλώδια και σχολίασε ότι της θύμιζαν νότες. Ο Κοέν ακολούθησε την ιδέα της και τελικά έγραψε ένα τραγούδι για το ότι δεν μπορείς να ξεφύγεις ποτέ από τον σύγχρονο πολιτισμό, αποτιμώντας παράλληλα τον καιρό του στο νησί, τις υγρές νύχτες που τριγυρνούσε στα σοκάκια, ξέγνοιαστος και μεθυσμένος, τραγουδώντας αγκαλιά με τους συντρόφους της βραδιάς και της νεότητας. 

Μαζί με τη νεότητα τελείωσε και η σχέση τους. Ο Κοέν γνώρισε τη Σούζαν Έλροντ, έκανε μαζί της δύο παιδιά, αργότερα έκανε κι άλλες σχέσεις, ενώ σταδιακά κατακτούσε τον κόσμο με τη μουσική του και αποκτούσε το status ενός εκ των κορυφαίων τραγουδοποιών της εποχής του. Όσο για τη Μαριάν, πιθανόν κουράστηκε να είναι η μούσα οποιουδήποτε και επέστρεψε στη Νορβηγία, βρήκε μια δουλειά γραφείου, ξαναπαντρεύτηκε, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και τον βουδισμό – η επαφή της με τον Κοέν υπήρξε μάλλον αποσπασματική.

 

 
Η Μαριάν στο οπισθόφυλλο του δίσκου «Songs from a Room» του 1969.

 

Για την αγάπη και τον θάνατο

Ο επίλογος, ωστόσο, αυτής της ρομαντικής σχέσης δεν γράφτηκε με τον άχαρο τρόπο που υπονοείται από το γεγονός ότι οι ζωές τους διασταυρώθηκαν και έπειτα χωρίστηκαν, όπως τόσο συχνά συμβαίνει στις σχέσεις των ανθρώπων. Ο επίλογος γράφτηκε το 2016, όταν η Μαριάν διαγνώστηκε με λευχαιμία και ο Κοέν τής έγραψε ένα γράμμα, το οποίο, αν και έχει αναπαραχθεί μαζικά, ενδεχομένως αξίζει να μεταφερθεί και εδώ αυτούσιο: «Πολυαγαπημένη Μαριάν, βρίσκομαι ακριβώς πίσω σου, αρκετά κοντά σου για να σου πιάσω το χέρι. Το γερασμένο σώμα μου έχει παραιτηθεί, όπως και το δικό σου, και η ειδοποίηση για έξωση αναμένεται από μέρα σε μέρα. Δεν ξέχασα ποτέ την αγάπη σου και την ομορφιά σου. Αλλά το ξέρεις αυτό. Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Να έχεις ένα ασφαλές ταξίδι, παλιά μου φίλη. Θα σε συναντήσω παρακάτω. Αγάπη και ευγνωμοσύνη. Λέοναρντ».

Ο Βρετανός ιστορικός Σιμόν Σεμπάγκ Μοντεφιόρε συμπεριέλαβε το γράμμα του σε έναν τόμο που κυκλοφόρησε πρόσφατα, με τα γράμματα που «άλλαξαν τον κόσμο». Γιατί, αν υπάρχει ένας τρόπος να μιλήσεις για την αγάπη, τον θάνατο και τον αποχαιρετισμό, ο Κοέν τον βρήκε μέσα από αυτό το γράμμα. Διάλεξε μόνο τις σωστές λέξεις και τις έβαλε στη σωστή σειρά, αποδεικνύοντας ότι τα μεγάλα συναισθήματα δεν ορίζονται από τις περιστάσεις, αλλά μόνο από την καρδιά μας. Η Μαριάν Ιλέν πέθανε τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς και ο Κοέν την ακολούθησε, όπως της υποσχέθηκε, τρεις μήνες αργότερα. Μας κληροδότησαν την τρυφερή τους ιστορία. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ