Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Η ευνοούμενη δεν ευνοήθηκε

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αχ, το καημένο! Και ένα ασυνόδευτο, στην εκδήλωση της «Γέφυρας» για τη σύγκλιση των λεγόμενων προοδευτικών δυνάμεων. (Διακρίνεται με το πορτοκαλί φουλάρι στο μέσον.)

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Τα Οσκαρ, να θυμίσω, είναι θεσμός αμερικανικός. Δεν το αναφέρω με την ανόητη πρόθεση να μειώσω τον θεσμό, αλλά με πλήρη σεβασμό στα επιτεύγματα των Αμερικανών – αυτοί, άλλωστε, έστησαν τη σύγχρονη βιομηχανία του θεάματος. Το επισημαίνω, όμως, επειδή η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, που προτάθηκε για δέκα υποψηφιότητες και τελικά κέρδισε τη μία, είναι μια πολύ αγγλική ταινία.

Ας μην παρεξηγηθώ. Η διαπίστωσή μου δεν σημαίνει ότι η ταινία δεν είναι απολαυστική για τον θεατή εκείνον που δεν γνωρίζει την ιστορία πίσω από την ταινία. Το αντίθετο ακριβώς ισχύει. Η ταινία σε αρπάζει από την αρχή και σε κρατάει μέχρι το τέλος, με την καθηλωτική αφήγηση, τις εξαιρετικές ερμηνείες και των τριών ηθοποιών του γυναικείου τριγώνου και, βέβαια, με το σαρδόνιο χιούμορ του Λάνθιμου. Ωστόσο, κάποια γνώση του ιστορικού υπόβαθρου βοηθάει, επειδή μας ανοίγει το δραματικό βάθος των χαρακτήρων της ταινίας, χωρίς το οποίο δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε πλήρως το καλλιτεχνικό επίτευγμα του Λάνθιμου.

Η Ολίβια Κόλμαν, που παίζει τη βασίλισσα Αννα στην ταινία, άξιζε το Οσκαρ του πρώτου γυναικείου ρόλου. Η Κόλμαν είναι μια σπουδαία ηθοποιός, με αξιοσημείωτη διαδρομή στο βρετανικό θέατρο και τον κινηματογράφο. Μια ηθοποιός που δεν την προσέχεις καθόλου για την όψη της, αλλά δεν την ξεχνάς ποτέ για την ερμηνεία της, ακόμη και σε μικρούς ρόλους. Προσωπικά θα χαιρόμουν πολύ αν έπαιρνε κάποιο Οσκαρ και ο τροφαντός κοκκινοτρίχης, ο οποίος σε μια χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας (εγώ έσκασα στα γέλια, ομολογώ) χορεύει γυμνός, ενώ οι φίλοι του εκτοξεύουν εναντίον του σάπια πορτοκάλια και εκείνος κακαρίζει σαν βρέφος που το γαργαλάνε.

Αυτό δεν το λέω μόνο αστειευόμενος. Διότι αυτή η «ακραία σκηνή», όπως άκουσα να τη χαρακτηρίζουν, είτε προήλθε από κάποια γραπτή πηγή της εποχής είτε από τη φαντασία των σεναριογράφων, αποδίδει θαυμάσια το πνεύμα της εποχής από την παλινόρθωση της μοναρχίας τον 17ο αιώνα και μετά. Αποδίδει τα ήθη που εισήγαγαν και έκαναν μόδα στη βασιλική αυλή οι Στιούαρτ – η δυναστεία των ηλιθίων, κατά την προσωπική μου αξιολόγηση. Η ματιά του Λάνθιμου, πάντα ευαίσθητη στο παράλογο των λογικών συμβάσεων της ζωής, τον κάνει ιδεώδη για να αφηγηθεί μια ιστορία εκείνης της εποχής. Η ματιά του, δηλαδή, είναι ένας σύνδεσμος του τότε με το σήμερα.

Η βασίλισσα Αννα ήταν η τελευταία των Στιούαρτ και, για πολλούς λόγους, η καλύτερη ενσάρκωση μιας κρίσιμης μεταβατικής περιόδου στην ιστορική εξέλιξη της χώρας της. Διότι, μολονότι κόρη του τελευταίου ρωμαιοκαθολικού βασιλέα της Αγγλίας, του Ιακώβου Β΄, πήρε την πλευρά του Κοινοβουλίου στη λεγόμενη Ενδοξη Επανάσταση του 1688 – ακολουθώντας μάλιστα τις συμβουλές του Τζον Τσώρτσιλ, ο οποίος ανταμείφθηκε με τον τίτλο του κόμητος για τη μεταστροφή του.

Επίσης, μολονότι εκ φύσεως η Αννα ένιωθε πιο κοντά με τους Τόρις, τους εκφραστές των συμφερόντων των μεγάλων γαιοκτημόνων (σημειωτέον ότι τότε καθιερώνονται οι όροι «Tories» και «Whigs»), με τη βασιλεία της ανοίγει τον δρόμο στον αιώνα της λεγόμενης κυριαρχίας των Whigs (πρόδρομοι των Φιλελευθέρων του 19ου αιώνα), στη διάρκεια της οποίας τίθενται οι βάσεις του κατοπινού βρετανικού μεγαλείου. Τότε χτίζεται η αυτοκρατορία.

Το ότι η Αννα παρουσιάζεται «σαν μια χαζή γελάδα», όπως το έθεσε ένας φίλος μου, είναι για δύο λόγους. Επειδή, πρώτον, ήταν όντως μια χαζή γελάδα, πρόθυμη και εργατική μεν, αλλά χαζή και σχεδόν αμόρφωτη, και, δεύτερον, επειδή αυτή η πλευρά της δίνει το βάθος της ειρωνείας στον ιστορικό ρόλο της.

Η Αννα δεν ήταν Eλισάβετ, της οποίας ποιήματα περιλαμβάνονται στις εγκυρότερες ανθολογίες ποίησης του 16ου αιώνα – εννοώ ασφαλώς την Α΄, που ήταν γυναίκα σπάνιας μόρφωσης. Η Β΄, από όσο καταλαβαίνω, μόνο με τα άλογα συγκινείται…

Ομως, η προσωπική ανεπάρκεια της Αννας αντιπροσωπεύει πολύ καλά την ανεπάρκεια του παλαιού συστήματος, το οποίο εκπροσωπεί λόγω της καταγωγής της. Είναι πολύ εύστοχο και αξιοποιήσιμο, από πλευράς καλλιτεχνικής, ότι μια χαζή γελάδα, που λατρεύει τα κουνέλια, ανοίγει τον δρόμο στην πολιτική που εκφράζει τα συμφέροντα των ανερχόμενων νέων τάξεων που δημιουργεί η πρόοδος του εμπορίου και των επιστημών. Με τον ίδιο τρόπο, θα έλεγα, που τα κουνέλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική τραγωδία της: δεκαεπτά εγκυμοσύνες και ισάριθμα νεκρά παιδιά.

Οι πολιτικοί τους οποίους η Αννα στήριξε και προώθησε –μέχρι την αναπόφευκτη αποτυχία με την οποία τελειώνει κάθε πολιτική σταδιοδρομία– ήσαν Whigs, οι προοδευτικοί της εποχής, αν δεν μας ενοχλεί ο όρος. Και ο Τσώρτσιλ (ο πρόγονος του Ουίνστον) και ο Γκόντολφιν και ο Χάρλι, το τρίγωνο των ανδρών που αντανακλά το τρίγωνο των γυναικών στην ταινία, ήσαν πρώην Tories που είχαν μεταπηδήσει στους Whigs. Στη δε ιστορική πραγματικότητα, οι τρεις τους, κατά την περίοδο της παντοδυναμίας τους, αποτελούσαν την τριανδρία που κυβερνούσε τη χώρα.

Η Αννα, βάσει των προδιαγραφών της, θα έπρεπε να ήταν ένα αδιάφορο πρόσωπο. Ομως, ένα αδιάφορο πρόσωπο με τέτοια τεράστια προσωπική ισχύ, σε μια εποχή μάλιστα τόσο ενδιαφέρουσα και μεταβατική, καταλήγει να είναι ενδιαφέρον. Για να νιώσουμε εμείς οι πολλοί αυτό το ενδιαφέρον, χρειάζεται όμως να βρεθεί ένας κινηματογραφιστής για να το κάνει ταινία· και ο Λάνθιμος το έκανε υπέροχα. Μπράβο!

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ