Ο Φρανσουά Βιντόκ (1775-1857) είναι δύο άνθρωποι: ο κακοποιός με την ανεξέλεγκτη τυχοδιωκτική φύση και τις περιπέτειες στις σκοτεινές γωνιές του υποκόσμου και, στο δεύτερο μισό της ζωής του, ο αναμορφωτής της αστυνομίας του Παρισιού, που κέρδισε από την Ιστορία τον τίτλο του πατέρα της σύγχρονης εγκληματολογίας. Ο χρόνος έχει θολώσει τη φήμη του, το όνομά του δεν είναι πια γνωστό, όμως στην εποχή του ο Βιντόκ υπήρξε ένας θρύλος, ένας άνθρωπος που βγήκε από τον μύθο και ειρωνεύτηκε την πραγματικότητα. Έρχεται στην επικαιρότητα μέσα από την ταινία «Ο τυχοδιώκτης του Παρισιού», με τον Βενσάν Κασέλ να ιντριγκάρεται από τον ρόλο και να δίνει μια αξιομνημόνευτη ερμηνεία. 

Κύριε Κασέλ, είναι ο Βιντόκ ένας σύγχρονος ήρωας;

Είναι εκπληκτικός. Η ιστορία του είναι συναρπαστική. Η πορεία του απίστευτη. Παλεύει με τον εαυτό του, αποδρά από το περιβάλλον του και κάνει αξιοσημείωτα πράγματα για να αλλάξει τη μοίρα του. Μας αφορά όλους. Ανεξάρτητα από το ποια είναι η γενιά μας και αν ο Βιντόκ ανήκει σε αυτήν ή όχι.

Για ποιον λόγο αποφασίσατε να συμμετάσχετε σε αυτή την παραγωγή;

Εξαιτίας της οπτικής γωνίας, της αφήγησης και του χαρακτήρα. Είναι μια φιγούρα πολύ γαλλική και ταυτόχρονα διφορούμενη. Ο Βιντόκ μπορεί να ιδωθεί ως ένας λαϊκός ήρωας και ένας επαναστάτης. Είναι ένας σκοτεινός άνθρωπος που δεν έχει βρει τη θέση του στην κοινωνία. Παραμένει στους δρόμους, στον υπόκοσμο, στην αστυνομία, χωρίς να ανήκει σε κανένα από όλα αυτά τα σύμπαντα. Όταν γίνεται αστυνομικός, η μπουρζουαζία τον απορρίπτει λόγω του εγκληματικού του παρελθόντος και την ίδια στιγμή ο υπόκοσμος τον θεωρεί χαφιέ. Ο Βιντόκ είναι ένας παρίας σε διαρκή σύγκρουση με την ταυτότητά του. Είναι ακριβώς το είδος του ρόλου που με ελκύει.

Πώς προετοιμαστήκατε για τον ρόλο;

Θέλαμε να βρούμε ένα μοναδικό στιλ, που να μη θυμίζει κάποιο άλλο, να εφεύρουμε μια νέα γραμματική της κίνησης, η οποία να είναι ενδιαφέρουσα. Έχουμε δει όλοι πολλές ταινίες στις οποίες οι πρωταγωνιστές παλεύουν... Έμοιαζε επιτακτική ανάγκη να ανανεώσουμε το είδος. Κάνοντας έρευνα, ανακάλυψα το Systema, μια ρωσική πολεμική τέχνη η οποία έχει την ιδιαιτερότητα ότι είναι μόνο επιδεικτική. Όμως είναι επαρκής και κυρίως δεν την έχουμε ξαναδεί σε ταινίες. Κατά τα λοιπά, το να μάθεις νέες κινήσεις είναι περισσότερο διασκέδαση παρά κούραση. Απλώς πρέπει να είσαι σίγουρος ότι θα «δουλέψει» την ώρα του γυρίσματος.

 

 

Μιλώντας για το γύρισμα, είπατε κάποτε ότι την πρώτη μέρα βάζετε μια «πέτρα» που χρησιμεύει στη δόμηση της ερμηνείας σας...

Ναι! Προσέχω πάντα πολύ τις πρώτες φορές, γιατί είναι πολύ πιο αποφασιστικής σημασίας από ό,τι νομίζουμε. Ποτέ δεν ξέρεις στ’ αλήθεια πώς είναι η ερμηνεία σου. Έρχεσαι αντιμέτωπος με διαφορετικούς ηθοποιούς, έναν σκηνοθέτη που μπορεί να αντλεί έμπνευση από κάτι και όχι από κάτι άλλο. Ανάλογα με όλα αυτά τα στοιχεία, κάθε σκηνή παίρνει ένα συγκεκριμένο χρώμα. Κι έτσι σιγά σιγά φτιάχνεται η ταινία. Όπως και να ’χει, είμαι σίγουρος ότι θα εκπλαγώ όταν θα τη δω. Κατά τη διάρκεια των τρίμηνων γυρισμάτων δοκιμάσαμε διάφορα πράγματα. Δεν ξέρεις πώς θα λειτουργήσει το καθετί όταν όλα έχουν στηθεί. Ο ηθοποιός δεν έχει και πολύ μεγάλο έλεγχο. Γι’ αυτό προτιμώ να παρακολουθώ την ταινία όταν πια έχει τελειώσει, κατά προτίμηση στον κινηματογράφο, όπου μπορώ να παρασυρθώ από τα συναισθήματα του κοινού. 

Πώς συνεργαστήκατε με τον Ζαν Φρανσουά Ρισέ στα γυρίσματα;

Ο Ζαν Φρανσουά εμπιστεύεται το ένστικτό μου. Κι εγώ εμπιστεύομαι τον πολύ κλασικό τρόπο που έχει να αφηγείται μια ιστορία. Έχει μια δική του λογική, την οποία δεν καταλαβαίνω πάντα. Αλλά είναι έτοιμος και πρόθυμος να παραβεί τους κανόνες του. Σε ό,τι με αφορά, ο Ζαν Φρανσουά ξέρει ότι, αν δεν «αισθανθώ» μια σκηνή, είναι επειδή κάτι με μπλοκάρει. Σε αυτή την περίπτωση θα με αφήσει να την αλλάξω. Είμαστε αρκετά ευέλικτοι ώστε να τα πετάξουμε όλα και εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλον τόσο ώστε να ξανασταθούμε στα πόδια μας. Θυμάμαι γυρίσματα όπου υπήρξαν στιγμές εξέγερσης τις οποίες δεν ξέραμε πώς να ξεπεράσουμε, αλλά το κάναμε.

Θα μπορούσατε να ζήσετε και άλλες περιπέτειες με τον Βιντόκ;

Ναι. Θα μπορούσε ίσως να εξελιχθεί σε μια σειρά ταινιών. Αλλά πρέπει πρώτα να δούμε τι υποδοχής θα τύχει σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, ο Ζαν Φρανσουά κι εγώ δεν θέλαμε μια δυσνόητη, παλιομοδίτικη, ερασιτεχνική ταινία. Από την αρχή θέλαμε ο «Τυχοδιώκτης του Παρισιού» να είναι μια ταινία σύγχρονη και να κάνει θόρυβο.

Ποια θα θέλατε να είναι η αντίδραση του κοινού φεύγοντας από τον κινηματογράφο;

Θα ήθελα να λένε στον εαυτό τους: «Στ’ αλήθεια τα έκανε όλα αυτά;». Όλοι θέλουμε να είμαστε λίγο σαν αυτούς τους ανθρώπους, σαν τον Βιντόκ που εξεγέρθηκε ενάντια στην Αρχή. Όταν είσαι παγιδευμένος στον τροχό και ανακαλύπτεις ότι τέτοιοι άντρες υπήρξαν, είχαν το κουράγιο να υψώσουν το ανάστημά τους ενάντια σε όλους, είναι κάτι συναρπαστικό για τον θεατή. Η ελευθερία ενός τέτοιου χαρακτήρα μάς δίνει δύναμη. ■

Η ταινία «Ο τυχοδιώκτης του Παρισιού» κάνει πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 7 Μαρτίου, από την Odeon και την Audio Visual. 
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ