ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Σάββατο βράδυ, Κυριακή πρωί

Γιώργος Πολυμενέας

Αυτή τη γυναίκα την ξέρω. Έκλεινε το laptop της την ώρα που εγώ κοιμόμουν. Μερικές ώρες νωρίτερα, καθώς ανηφόριζα την Κολοκοτρώνη, άκουσα από ένα μαγαζί να παίζει το «Take me out» των Franz Ferdinand. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Εκείνη το είχε επιλέξει.

Αυτόν τον άντρα τον ξέρω. Χτυπάει κωδικούς σε μια μηχανή, ελέγχει αποδόσεις, σημειώνει αριθμούς, γράφει «Θρίαμβος στο πρακτορείο μας» με κεφαλαία γράμματα, εξαργυρώνει νικηφόρα δελτία ή στέλνει στον τελικό και πιο φιλόξενο προορισμό, σε ένα μεταλλικό καλαθάκι, εκείνα που έχασαν. Είναι ο ληξίαρχος της τύχης, πάντα εκεί, όσο υπάρχει οποιοσδήποτε στοιχηματισμός διαθέσιμος για ποντάρισμα.

Αυτόν τον άντρα τον ξέρω. Ανέβαινα τη Συγγρού, τον είδα, φωτισμένο από την αχνή λάμψη των δύο τριών μόνιτορ που έχει μπροστά του, να δυναμώνει την ένταση στο ραδιόφωνο για να βγάλει και αυτή τη νυχτερινή βάρδια στο άδειο κτίριο που πρέπει να φυλάει.

Αυτή τη γυναίκα την ξέρω. Όμορφη, με μαύρη στολή, να έχει λιώσει στην ορθοστασία και σε μια 8ωρη χορογραφία με παρτενέρ τη μηχανή του εσπρέσο. Με τον πρώτο της μισθό είχε αγοράσει ένα πολύ καλό ζευγάρι ελαφριά αθλητικά παπούτσια. Κάθε μπαλαρίνα θέλει τις πουέντ της.

Αυτή τη γυναίκα την ξέρω. Με υποδέχεται στην αίθουσα ενός multiplex, μου κόβει το εισιτήριο, μου φτιάχνει τα νάτσος στο κυλικείο. Με λίγο παραπάνω τσένταρ, όπως της ζήτησα.

Αυτόν τον άντρα τον ξέρω. Με παραμέρισε κάπως άγαρμπα σε ένα μπαρ στο Χαλάνδρι, καθώς κουβαλούσε τα καθαρά ποτήρια που μόλις είχαν βγει από το πλυντήριο και τα πήγαινε στην μπάρα.

Αυτή τη γυναίκα την ξέρω. Είχε γείρει το κεφάλι της από τη νύστα στο παράθυρο του μετρό, κρατώντας σφιχτά την τσάντα και με τα δυο της χέρια. Τις άλλες μέρες πηγαίνει σε εκείνη την κυρία στις οκτώ, τις Κυριακές στις έξι, για να την ετοιμάζει για την εκκλησία.

Αυτό τον άντρα τον ξέρω. Είχε πόστο κρέας απόψε, για να μπορέσω να ανεβάσω το story μου από το hip εστιατόριο της πόλης. Έφαγε μόλις έκλεισε η κουζίνα και έτρεξε να προλάβει τους φίλους του στο τελευταίο ποτό. Αύριο έχει ρεπό.

Αυτή τη γυναίκα την ξέρω. Η φωνή της με ενημέρωσε για κάτι που δεν θυμάμαι, την ώρα που ήμουν σταματημένος σε ένα φανάρι κάπου στην Κυψέλη και έκανα ζάπινγκ στο ραδιόφωνο για να βρω κάτι να ακούσω.

Αυτόν τον άντρα τον ξέρω. Μόλις έκανε δεξιά στην Ποσειδώνος από Τζιτζιφιές, πάτησε τέρμα το γκάζι στην άδεια λεωφόρο. Αν δεν υπήρχε το 040, δεν θα είχα ακούσει τις μισές μπάντες που γουστάρω, δεν θα είχα φτάσει τριάντα για να βγάλω δίπλωμα, δεν θα είχαν υπάρξει τα μισά μου ξενύχτια στο κέντρο. Μια αστραπή που τρέχει πάνω στην πορτοκαλί Ποσειδώνος.

Αυτή τη γυναίκα την ξέρω. Ένα ζευγάρι 12ποντα, τέσσερις ώρες μπροστά στο περίπτερο στο Γκάζι, γύρω στα χίλια βλέμματα που την κάνουν να νιώθει άβολα. «Θα θέλατε να δοκιμάσετε τον νέο μας καπνό;» Δεν ήθελα.

Αυτόν τον άντρα τον ξέρω. Αδύνατος, μικροκαμωμένος και σβέλτος, τον κατάπιε το σκοτάδι του κλειστού 24ωρου πάρκινγκ και ύστερα από λίγο φρέναρε δίπλα μου, για να μου παραδώσει το αυτοκίνητό μου.

Αυτή τη γυναίκα την ξέρω. Από κέντρο μέχρι Ζωγράφου ήταν η μόνη που έσπαγε τη σιωπή στη σκοτεινή καμπίνα του ταξί. Κλήση δεύτερη, έτερος.

Αυτόν τον άντρα τον ξέρω. Τον είδα να καίγεται λίγο το χέρι του όταν έριχνε στη φριτέζα μία ακόμα τηγανιά κατεψυγμένες πατάτες. Όλη την υπόλοιπη παρασκευή την έκανε αυτοματοποιημένα σαν ρομπότ: βούτυρο, τυρί, κοτομπουκιές, ντομάτα, μαρούλι, σος.   ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ