ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Περιορισμένης διάρκειας η ρύθμιση χρεών προς Δημόσιο σε έως 120 δόσεις

ΘΑΝΟΣ ΤΣΙΡΟΣ

Στο υπουργείο Οικονομικών, ήδη επεξεργάζονται το σχέδιο της έκτακτης ρύθμισης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μια ρύθμιση «έκτακτου χαρακτήρα», η οποία θα παραμείνει ανοικτή για μικρό χρονικό διάστημα –όχι μεγαλύτερο των 2-3 μηνών– ούτως ώστε να αποτελέσει «την τελευταία ευκαιρία» των οφειλετών αλλά και τον σχεδιασμό μιας ρύθμισης μόνιμου χαρακτήρα που θα καλύπτει το σύνολο των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων που βαραίνουν φυσικά αλλά και νομικά πρόσωπα, συνθέτει το σχέδιο της κυβέρνησης για τη διαχείριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο.

H «έκτακτη ρύθμιση» αποτελεί πρωτοβουλία και επιθυμία της κυβέρνησης και θα συζητηθεί στις λεπτομέρειές της με τους θεσμούς μετά τα μέσα Μαρτίου, ενώ η ρύθμιση μόνιμου χαρακτήρα ουσιαστικά αποτελεί υποχρέωση της χώρας, καθώς από το 2020 θα ξεκινήσει να εφαρμόζεται η κοινοτική οδηγία για τη δημιουργία πλαισίου «δεύτερης ευκαιρίας» προς τους οφειλέτες, τόσο για τα φυσικά πρόσωπα όσο και για τις επιχειρήσεις.

Η κυβέρνηση αμφισβητεί ότι δεσμεύθηκε απέναντι στους θεσμούς να μην προχωρήσει σε αλλαγές στο πλαίσιο των ρυθμίσεων ληξιπρόθεσμων οφειλών στο άμεσο μέλλον, όπως αναγράφηκε στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η θέση της, όπως διατυπώθηκε από κυβερνητικό αξιωματούχο, είναι ότι δεσμεύθηκε να προχωρήσει χωρίς να αιφνιδιάσει την πλευρά των θεσμών. Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική πλευρά φαίνεται να έχει εγκαταλείψει τις όποιες σκέψεις για «ανοικτή» ρύθμιση, κάτι που θα ερχόταν άλλωστε σε πλήρη αντίθεση με τον ψηφισμένο μνημονιακό νόμο του 2015, ο οποίος δεσμεύει τη χώρα να αποφύγει τέτοιες ενέργειες.

Στο υπουργείο Οικονομικών, ήδη επεξεργάζονται το σχέδιο της έκτακτης ρύθμισης, το οποίο θα πρέπει να «υπακούει» στους ακόλουθες κανόνες:

1. Πρώτον, να μην επιτρέπει τη συμμετοχή των λεγόμενων στρατηγικών κακοπληρωτών. Αυτό εξετάζεται να επιτευχθεί με θέσπιση αυστηρών κριτηρίων όσον αφορά το ύψος του εισοδήματος, αλλά και τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία. Ετσι, θα αποκλείονται όσοι εμφανίζονται με υψηλές καταθέσεις ή πολύ μεγάλα εισοδήματα.

2. Δεύτερον, να αποκλείεται η «μεταφορά» οφειλετών από παλαιές ρυθμίσεις σε καινούργιες. Ούτως ή άλλως, αυτή τη στιγμή το ποσοστό των οφειλών που καλύπτονται από ρύθμιση σε ισχύ (σ.σ. είτε την παλαιά ρύθμιση των 100 δόσεων είτε τις πάγιες ρυθμίσεις) έχει πέσει κάτω από το 3,5%, κάτι που σημαίνει ότι από τα 104 δισ. ευρώ οι ρυθμισμένες οφειλές δεν ξεπερνούν πλέον τα 3-4 δισ. ευρώ.

3. Να διασφαλίζεται ότι η ρύθμιση μπορεί να ικανοποιηθεί από τον οφειλέτη. Ετσι, τα κίνητρα που μελετώνται (π.χ. διαγραφή των προσαυξήσεων ή των προστίμων, αλλά σε καμία περίπτωση του κεφαλαίου) θα δίδονται αφού ολοκληρωθεί η ρύθμιση, ενώ η ένταξη στη ρύθμιση θα δίδεται μόνο σε όσους εμφανίζουν εισοδήματα ικανά για να δικαιολογήσουν την πληρωμή της δόσης.

4. Να τεκμηριώνεται ότι η έκτακτη ρύθμιση δεν θα θέσει σε κίνδυνο τους εισπρακτικούς στόχους της φετινής χρονιάς. Ο πήχυς των εισπρακτικών επιδόσεων έχει ανεβεί σε υψηλότερα επίπεδα για φέτος. Οπως προκύπτει και από την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής:

α. Από τις συσσωρευμένες οφειλές μέχρι το τέλος του 2018 (σ.σ. 104 δισ. ευρώ) θα πρέπει να εισπραχθούν 2,9 δισ. ευρώ έναντι 2,8 δισ. ευρώ που ήταν ο στόχος το 2018 και 2,7 δισ. ευρώ που ήταν ο στόχος το 2017.

β. Το Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων θα πρέπει να αποφέρει εισπράξεις τουλάχιστον 675 εκατ. ευρώ έναντι 645 εκατ. ευρώ που ήταν ο στόχος του 2018.

γ. Από τα ληξιπρόθεσμα χρέη που θα συσσωρευθούν κατά τη διάρκεια του 2019 –εκτιμάται ότι θα φθάσουν στα 10 δισ. ευρώ– θα πρέπει να εισπραχθεί ποσοστό τουλάχιστον 27% έναντι 24% που ήταν ο στόχος του 2018. Αρα ο πήχυς εκτιμάται ότι θα πρέπει να ανεβεί τουλάχιστον στα 2,7 δισ. ευρώ.

Η «δεύτερη ευκαιρία»

Οσον αφορά την πάγια ρύθμιση, ο σχεδιασμός της προγραμματίζεται να ξεκινήσει σε επόμενη φάση, με στόχο να είναι έτοιμη προς το τέλος του χρόνου, ώστε να τεθεί σε εφαρμογή από τις αρχές της επόμενης χρονιάς. Ο στόχος είναι να υπάρχει ολοκληρωμένο πλαίσιο το οποίο θα καλύπτει όλες τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις είτε προς την εφορία, είτε προς τα ασφαλιστικά ταμεία, είτε ακόμη και προς τους δήμους ή τις τράπεζες. Θα συνιστά ουσιαστικά το πλαίσιο της «δεύτερης ευκαιρίας» που πρέπει να σχεδιαστεί σε όλες τις χώρες-μέλη της Ε.Ε. μετά και την ψήφιση της σχετικής κοινοτική οδηγίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ