ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αντώνης Μανιτάκης: Η μελαγχολική ελαφρότητα της Αναθεώρησης

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στραβά ξεκίνησε, στρεβλά βαδίζει, ανόρεχτα πορεύεται προς άγνωστες κατευθύνσεις. Οι αναθεωρητέες διατάξεις που εγκρίθηκαν στην πρώτη ψηφοφορία της Βουλής, οι περισσότερες δεν προοιωνίζονται αίσια έκβαση, είτε διότι έχουν συγκεντρώσει ισχνή μονοκομματική πλειοψηφία είτε διότι δεν θίγουν, ούτε κατ’ ελάχιστον, τα κακώς συνταγματικά κείμενα και πολύ περισσότερο, τα πολιτικά.

Με το εναρκτήριο λάκτισμα η Αναθεώρηση χάθηκε στη διαδικασία. Αναλώθηκε στη θεωρητική συζήτηση, αν η Αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται ή όχι, ως προς τις κατευθύνσεις, από την κοινή Βουλή. Ζήτημα λυμένο ούτως ή άλλως από τη συνταγματική πρακτική και τη θεωρία, έναν αιώνα τώρα. Χάθηκε σε μια διαδικασία χωρίς ίχνος συνταγματικής ουσίας, βουτηγμένη στη μικροκομματική υστεροβουλία και σε μια φτηνή προεκλογική μονομαχία.

Από την πρώτη αναθεωρητέα διάταξη, φάνηκε εξάλλου ο άτολμος και αμφίρροπος χαρακτήρας της: η πρόταση για τον «χωρισμό» Κράτους και Εκκλησίας, που μετονομάστηκε, επί το ηπιότερο, «διακριτοί ρόλοι», και είχε ως αναθεωρητική «κατεύθυνση» τη «θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους», πέρασε σύρριζα, με το ζόρι στην πρώτη συζήτηση από τη Βουλή. Αλλωστε, η ψηφισθείσα «κατεύθυνση» είχε ήδη καθιερωθεί ερμηνευτικά, προ πολλού, τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία. Δεν ήταν, επομένως, μόνον ανώφελη η ρητή καθιέρωσή της, αλλά και ενδέχεται να λειτουργήσει στην πράξη αντίστροφα, αν όπως όλα δείχνουν, δεν συγκεντρώσει στην Αναθεωρητική Βουλή 180 ψήφους. Η απόρριψή της μπορεί να ερμηνευθεί ως ψήφος υπέρ της επικρατούσης θρησκείας και να ενισχύσει αντί να αποδυναμώσει την ισχύ της Εκκλησίας απέναντι στο Κράτος!

Ως προς την περίφημη αναθεωρητική πρόταση για την αποδέσμευση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής, για την οποία συμφωνούσαν σχεδόν όλα τα κόμματα στη Βουλή, αυτή πνίγηκε κυριολεκτικά στις αντιφατικές κατευθύνσεις της αναθεώρησής της. Η αναθεωρητική κατεύθυνση της κυβερνητικής πλειοψηφίας για εκλογή του ΠτΔ άμεσα από τον λαό με δημοψήφισμα, κάηκε. Η αναθεώρηση του άρθρου 30Σ, που προβλέπει ρητά εκλογή του ΠτΔ από τη Βουλή, σώθηκε, επειδή δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη πλειοψηφία και άρα μένει ως έχει, ενώ πέρασε η τροποποίηση των άρθρων 32 παρ. 4Σ και 41 παρ. 4Σ, που ρυθμίζουν τη διάλυση της Βουλής, σε περίπτωση μη εκλογής Προέδρου.

Τελικά επικράτησε πλήρης σύγχυση ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησής τους. Θα διαλύεται ή όχι, τελικά, η Βουλή, αν δεν καταφέρει να εκλέξει ΠτΔ; Σύγχυση εξαιτίας κυρίως της καινοφανούς, χαοτικής ψηφοφορίας που συμπεριελάμβανε στη ψήφιση των αναθεωρητέων άρθρων και την κατεύθυνση της αναθεώρησής τους.

Στην αποδέσμευση, πάντως, της εκλογής του ΠτΔ από τη διάλυσή της συμφωνούσαν όλοι, κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Ηθελαν όλοι τους να μην προκηρύσσονται πρόωρα εκλογές όχι τόσο για το καλό του τόπου και του πολιτεύματος αλλά για το δικό τους καλό. Για να μη χάνουν οι βουλευτές πρόωρα το βουλευτικό τους αξίωμα και η εκάστοτε κυβέρνηση την εξουσία!

Η πιο αξιοπερίεργη, όμως, αναθεωρητική πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας, που προκαλεί πολλά ερωτήματα, είναι εκείνη που προβλέπει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος κάθε φορά που με διεθνείς συνθήκες εκχωρούνται κυριαρχικές αρμοδιότητες σε διεθνείς οργανισμούς. Προτείνεται να αναθεωρηθεί η πλέον διορατική και δικαιωμένη ιστορικά ρύθμιση του άρθρου 28 παρ. 2 3Σ, η πλέον πρωτοποριακή και φιλική στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτή που επέτρεψε την άνετη και χωρίς δημοψηφισματικές περιπέτειες, είσοδό μας στην ΕΟΚ το 1981, στο ευρώ το 2000, χωρίς να χρειαστεί να γίνει αναθεώρηση του Συντάγματος. Αυτή που διευκόλυνε με απλή κύρωση από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία των ευρωπαϊκών συνθηκών, μεταξύ των άλλων του Μάαστριχτ και της Λισσαβώνας.

Τώρα, προτείνεται, αν ερμηνεύω σωστά την «κατεύθυνσή» της, να παραμεριστεί η Βουλή και να κυρώνονται απευθείας από τον λαό με λαϊκό δημοψήφισμα, με ένα μαζικό ναι ή με ένα όχι (!). Ετσι κάθε φορά που αποφασίζεται ομόφωνα από την Ε.Ε. η τροποποίηση των ευρωπαϊκών συνθηκών, με στόχο την εμβάθυνση της οικονομικής διακυβέρνησης της Ε.Ε. ή την ενίσχυση π.χ. των εξουσιών της ευρωπαϊκής Βουλής, θα γίνεται δημοψήφισμα. Πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την απίστευτη αυτή πρόβλεψη; Εθνοκεντρική, εθνικιστική, αντιευρωπαϊκή ή απλώς λαϊκιστική και τελικά οπισθοδρομική; Η παγκοσμιοποίηση δεν ξορκίζεται με καισαρικά δημοψηφίσματα. Εκδικείται άγρια όταν προκληθεί απερίσκεπτα από αφελείς ή τυχοδιώκτες πολιτικούς.

Και έρχομαι, τέλος, στην πλέον ανώδυνη αναθεωρητική πρόταση, σε εκείνη που προβλέπει να καθιερωθεί συνταγματικά το δικαίωμα στη δημόσια υγεία και στην κοινωνική ασφάλιση. Λες και δεν ήταν συνταγματικά κατοχυρωμένα στο Σύνταγμα από το 1975. Λες και το αγνοούσαν, όλα αυτά τα χρόνια, θεωρία και νομολογία.

Πώς να ερμηνεύσει κανείς αυτήν την ανέξοδη πρόταση; Αθεράπευτο συνταγματικό και πολιτικό βολονταρισμό ή παιδικό κοινωνικό ιδεαλισμό; Τι άλλο να πει κανείς, όταν το ασφαλιστικό σύστημα έχει κυριολεκτικά καταρρεύσει, τα δημόσια κοινωνικά ταμεία έχουν χρεοκοπήσει και δεν προβλέπονται κοινωνικοί πόροι για να συντηρηθεί το ασφαλιστικό τους κεφάλαιο; Οταν, τέλος, είναι γνωστό στη συνταγματική θεωρία και έχει αποδειχθεί περίτρανα στην πράξη ότι τα κοινωνικά δικαιώματα έχουν ατελή ή εξαρτημένη κανονιστική δεσμευτικότητα; Δεν αποτελούν για τον λόγο αυτό οι αναθεωρητικές αυτές προτάσεις, πολιτικό εμπαιγμό προς τους συνταξιούχους και ανασφάλιστους και δεν συνιστούν προκλητική λοιδορία στην κανονιστική αξία του Συντάγματος;

Εν κατακλείδι, μια αναθεώρηση μάταιη, άκαιρη, άτοπη, ανώφελη, πολιτικά παραπλανητική και θεσμικά αλλοπρόσαλλη: ώδινεν συνταγματικό όρος και έτεκεν μικροσκοπικόν μυν.

* Ο κ. Αντώνης Μανιτάκης είναι ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ